Ξεκουμπιστείτε

Του Γιώργου Καραμπελιά* αναδημοσίευση από την ιστοσελίδα liberal.gr
 
Αυτή την περίοδο εκτυλίσσεται ένας διάλογος στα ΜΜΕ και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με αφορμή μια συγκέντρωση υπό τον τίτλο «παραιτηθείτε που καλείται την 15η Ιουνίου στο Σύνταγμα.
Η συζήτηση, δυστυχώς, όπως συχνά συμβαίνει στις ελίτ και στις ψευδοελίτ της παράγκας Ελλάδα, δεν διεξάγεται γύρω από το πραγματικό ερώτημα «πρέπει άραγε να παραιτηθούν», αλλά έχει μετατεθεί περισσότερο στο «ποιος καλεί» και με ποιες προθέσεις σε αυτή τη συγκέντρωση.
Όμως, το ζήτημα είναι καθαρό:
Εάν κανείς πιστεύει πως πρέπει όντως να παραιτηθεί το συντομότερο δυνατό αυτή η κυβέρνηση, δραστηριοποιείται προς αυτήν την κατεύθυνση, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Και αυτό το κάνει έστω και εάν δεν συμφωνεί με τα συνθήματα και την φρασεολογία του συγκεκριμένου καλέσματος – οπότε αναπτύσσει άλλες δικές του αυτόνομες δράσεις.
Εάν θεωρεί, αντίθετα, πως το αίτημα είναι λανθασμένο κάθε κινητοποίηση με αυτό ως προμετωπίδα θα πρέπει να αποκλείεται.
Ως προς την ουσία του ζητήματος, ο συγγραφέας αυτού του άρθρου, πολύ πριν ανέλθει στην προεδρία της Ν.Δ. ο Κυριάκος Μητσοτάκης, από τις… 15 Μαΐου του 2015, είχε εκφράσει το ανάλογο αίτημα σε άρθρο με τον τίτλο «καιρός να φεύγουν», άρθρο που συνάντησε τότε πολύ μεγάλες αντιδράσεις σε όλον τον «αντιμνημονιακό χώρο». Και αυτό διότι τα δείγματα γραφής αυτής της κυβέρνησης τυχοδιωκτών και ανικάνων, (τότε συμπεριλάμβανε και τους ιδεοληπτικούς) ήταν ήδη αρκετά. Έγραφα λοιπόν: «Ο ανίκανος νεανίσκος, από καθυστέρηση σε καθυστέρηση, οδηγεί τα πράγματα στα άκρα… Όσο για το κυβερνητικό έργο, αυτό περιορίζεται σε νομοσχέδια για τις φυλακές, για την ιθαγένεια, για το τζαμί, για την κατεδάφιση της εκπαίδευσης, και στις παράτες της ναπολεόντειας Ζωής στο κοινοβούλιο… Μέσα από την αδυναμία να κάνουν οποιαδήποτε επιλογή, τέσσερις μήνες μετά την άνοδο της κυβέρνησής τους, μας οδηγούν στο απόλυτο αδιέξοδο και, πλέον, επειδή δεν μπορούν ούτε να υπογράψουν μία λύση, που θα γίνεται όλο και πιο δρακόντεια σε βάρος της Ελλάδας, ούτε να επιλέξουν κάποια φανταστική ρήξη, που οδηγεί απλώς σε μεγαλύτερη καταστροφή της χώρας, παρατηρούν τις μέρες και τις προθεσμίες να περνούν, φτάνοντας πλέον στο μηδενισμό του κοντέρ. Τι μπορούν και τι πρέπει να κάνουν; Να τα μαζεύουν και να του δίνουν το ταχύτερο δυνατό».
 
Ήδη λοιπόν από πέρυσι την άνοιξη θεωρούσα την παραμονή αυτής της κυβέρνησης καταστροφική και επικίνδυνη για τη χώρα. Και μάλιστα, πριν από το δημοψήφισμα, τα capitals control, την διάλυση του τραπεζικού συστήματος, και το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας που ακολούθησε. Από δε το καλοκαίρι του 2015 χαρακτηρίζω τη συγκεκριμένη κυβέρνηση ως τη χειρότερη κυβέρνηση της μεταπολίτευσης, που συγκρίνεται μόνο με την κυβέρνηση Ιωαννίδη που κατέστρεψε την Κύπρο. (Βλέπε το βιβλίο μου, «6 μήνες που συγκλόνισαν την Ελλάδα», Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αύγουστος 2015) Επιμένω λοιπόν σταθερά, συστηματικά, ίσως και βαρετά κάποτε, να επαναλαμβάνω το: Σύριζα Ανελ, delenda esse.
 
Εάν όντως συμμερίζεται κανείς αυτήν την εκτίμηση, την οποία ο Αλέκος Αλαβάνος την πήγε ακόμα πιο πέρα, χαρακτηρίζοντας την παρούσα κυβέρνηση ως χειρότερη από εκείνη του Παπαδόπουλου και του Μεταξά, τότε δεν υπάρχει κανένα δίλημμα. Αυτή η κυβέρνηση βλάπτει εξόχως τον τόπο και θα πρέπει να απομακρυνθεί.
Όσο για το ερώτημα που κουτοπόνηρα τίθεται από διάφορους κρυπτοσυριζαίους, ή στην καλύτερη περίπτωση αφελείς, «και τι θα γίνει μετά;» αποτελεί ένα ερώτημα εκ του πονηρού. Πρώτον διότι έτσι, παραπέμπει στα γνωστά διχαστικά σύνδρομα, του τύπου «θέλετε να έρθει ο Μητσοτάκης», που διαιωνίζουν μια εμφυλιοπολεμική αντίληψη – άραγε στο παρελθόν όταν κριτικάραμε τον Σαμαρά, θέλαμε να έρθει ο Σύριζα; Δεύτερον, επειδή το αίτημα «να φύγουν» είναι ήδη πλειοψηφικό στην ελληνική κοινωνία, όποιος αναλαμβάνει να το εκφράσει, κερδίζει πολιτικά και μπορεί και να το εκμεταλλευτεί.
Όταν λοιπόν, οι αντιπολιτευόμενοι τον Σύριζα τόσο από την «κεντροαριστερά» όσο και κυρίως από την εκτός Σύριζα αριστερά, αρνούνται να θέσουν αυτό το αίτημα ευθαρσώς και χωρίς περιστροφές στον ελληνικό λαό, τότε εκ των πραγμάτων ευνοούν όντως τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Διότι όταν μία κυβέρνηση έχει απολέσει την λαϊκή συναίνεση και οι πολιτικές δυνάμεις αρνούνται να το εκφράσουν τότε, το λαϊκό αίτημα θα κατευθυνθεί σε εκείνον που το αναλαμβάνει.
Το ΠΑΣΟΚ, το Ποτάμι, το ΚΚΕ, η ΛΑΕ, ακόμα και η Ζωή Κωνσταντοπούλου, αρνούνται να θέσουν ως αίτημα την άμεση απομάκρυνση αυτής της εθνοκτόνας και λαοκτόνας κυβέρνησης. Αυτό καταδεικνύει πρώτον τις υπόγειες αλλά ισχυρότατες ιδεολογικές διασυνδέσεις τους με την «κυβερνώσα αριστερά», («αν ρίξουμε την κυβέρνηση θα έρθει ο Μητσοτάκης»), όσο και την πολιτική τους ανικανότητα. Αντί με το αίτημα «παραιτηθείτε και γρήγορα» να δραστηριοποιηθούν τα αριστερά κόμματα που έχουν και μεγαλύτερη δυνατότητα κινητοποίησης και να δημιουργήσουν μια νέα πλατεία «αγανακτισμένων» απέναντι στην κυβέρνηση Σύριζα Ανελ, το εγκαταλείπουν. Και μάλιστα αφήνουν το αίτημα αυτό να το εκφράζουν άνθρωποι που στο κάλεσμά τους χαρακτηρίζουν «εθνολαϊκιστική»(sic!) την κυβέρνηση, αντί να την χαρακτηρίζουν ολετήρα της εθνικής κυριαρχίας.
Ο Σύριζα από την πλευρά του σε μια κουτοπόνηρη τακτική που πατάει ακριβώς σε αυτές τις ελλείψεις της αριστεράς και της κεντροαριστεράς, προσπαθεί να προβάλλει ως αποκλειστικό διακύβευμα το, «Σύριζα ή Ν.Δ.» ταυτίζοντας το αίτημα «Παραιτηθείτε» με τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Άδωνη Γεωργιάδη. Ωστόσο μια τέτοια πολιτική έχει κοντά ποδάρια. Διότι όταν στην κοινωνία φουντώνει η αγανάκτηση ενάντια στην κυβέρνηση (χαρακτηριστικό το τι συνέβη στην Ιεράπετρα με τον Πολάκη) τότε όσο και να λειτουργήσουν τα τόσο βαθιά ριζωμένα αντιδεξιά ή αντιμητσοτακικά σύνδρομα, εν τέλει, αναπόφευκτα, ένα μεγάλο τμήμα του κόσμου που αυτή τη στιγμή εισπράττει κατακέφαλα, φόρους, ΕΝΦΙΑ, μείωση συντάξεων, αύξηση του ΦΠΑ, προσφυγικό κ.λπ. θα στραφεί, θέλοντας και μη προς την Ν.Δ.
Ο Σύριζα απλώς, ελπίζει πως θα παραμείνει έτσι ο δεύτερος πόλος του πολιτικού συστήματος, μια και οι εν δυνάμει αντίπαλοί του, τόσο της κεντροαριστεράς, όσο και της αντικυβερνητικής αριστεράς, αποδεικνύονται ανίκανοι να εκφράσουν την λαϊκή αγανάκτηση.
Κατά συνέπεια λοιπόν, όσοι συμφωνούν με την ανάγκη της άμεσης απομάκρυνσης αυτής της κυβέρνησης, πρέπει να κινητοποιηθούν με όλους τους τρόπους, για να γίνει αυτό δυνατόν το συντομότερο, διότι κάθε ημέρα τους στην εξουσία είναι καταστροφική. Ας μη κρύβονται πίσω από επιχειρήματα του τύπου «ποιος το λέει, ποιος τον συμφέρει» και άλλα ηχηρά παρόμοια. Η απάντηση είναι απλή. Συμφέρει όλους τους Έλληνες, εκτός από μία μικρή κλίκα που βρίσκεται στην εξουσία και κατά συνέπεια θα πρέπει να το διεκδικούν και να το διακηρύσσουν όλοι οι Έλληνες και όλες οι πολιτικές δυνάμεις, έστω και εάν το κάνει καθένας με τον τρόπο του και από τη σκοπιά του.
 
*Ο Γιώργος Καραμπελιάς είναι συγγραφέας και εκδότης του περιοδικού «Άρδην» και της εφημερίδας «Ρήξη».

Η Δευτέρα Παρουσία της Πρώτης Φοράς Αριστεράς

Η Δευτέρα Παρουσία της Πρώτης Φοράς Αριστεράς

Σπουδαία αρχαιολογική ανακάλυψη!
 
Μετά από πολυετείς ανασκαφές, εντοπίστηκαν οι πανάρχαιες κατακόμβες των Πρωτοαριστερών στην Αίγινα, όπου είχαν καταφύγει για να γλιτώσουν τους διωγμούς του Ρωμαίου Αυτοκράτορα Κουλη-γούλα. Τις κατακόμβες κοσμεί μια περίεργη τοιχογραφία εσχατολογικού περιεχομένου, την οποία και παραθέτουμε. Oι αρχαιολόγοι ψάχνουν ακόμα να βρουν το νόημα της περίτεχνης αυτής εικόνας…
εφημερίδα Ρήξη, φ. 123, Μάιος 2016
www.psorokostena.gr

Ανεξάρτητη Δημοκρατική Πατριωτική Κίνηση Εκπαιδευτικών (Τελική διακήρυξη)

Ολοήμερα σχολεία σε αποδρομή

Η «ταξική» εξίσωση του Φίλη, που οδηγεί σε μεγαλύτερη κοινωνική ανισότητα
του Δημήτρη Ναπ. Γιαννάτου 
Ο «εξορθολογισμός» ως πολιτική της κυβέρνησης, που ως αντιπολίτευση εννοούσε την λέξη ως νεοφιλελεύθερη απορρύθμιση, εφαρμόζεται με δήθεν ταξικό και προοδευτικό πρόσημο στα Δημοτικά σχολεία, μέσα από το Ενιαίο Τύπο Δημοτικού Σχολείου.
Το ολοήμερο σχολείο καταργείται, και οι τυχοδιωκτικές πιρουέτες και τα μαγειρέματα του Φίλη, θα οδηγήσουν σε «εξοικονόμηση» και σε μετακίνηση δασκάλων και εκπαιδευτικών ειδικοτήτων, ώστε να καλυφθούν κενά, σε Γυμνάσια και Λύκεια. Οι προεκλογικές υποσχέσεις και οι υπαρκτές ανάγκες, για τις προσλήψεις αναπληρωτών, οδήγησαν ήδη στην δαπάνη 160 εκατομμύριων ευρώ από τις πιστώσεις του ΕΣΠΑ έως το 2020 και απομένουν 190 εκατομμύρια για την υπόλοιπη περίοδο. Η κατάργηση του ολοήμερου σχολείου φαίνεται να προσθέτει περίπου 3000 εκπαιδευτικούς, σε μια στιγμή που υπάρχει ανάγκη πρόσληψης μόνιμων εκπαιδευτικών για να μην κλείσουν σχολεία, σύμφωνα και με τον υφυπουργό κο Πελεγρίνη
Έτσι, με το νέο σχολείο, κατά μία ώρα μειώνονται σε Α΄-Β΄ τάξεις, η διδασκαλία Ελληνικών και Μουσικής, σε Γ΄-Δ΄ η Μελέτη Περιβάλλοντος, σε Ε΄-ΣΤ΄ τα Θρησκευτικά και η Θεατρική Αγωγή, σε Γ΄-Δ΄-Ε΄-ΣΤ΄ η Πληροφορική. Οι μαθητές θα μπορούν να γευματίζουν (1:20 -2:00 μμ), να μελετούν (2:15 – 3:00 μμ) και «απασχολούνται» δημιουργικά (3:15 – 4:00 μμ).
Η πρωινή ζώνη (7:00-8:00 μμ) καταργείται, ενώ τη θέση του υπεύθυνου του ολοήμερου σχολείου θα αναλαμβάνουν εκ περιτροπής οι εκπαιδευτικοί ανάλογα με το πρόγραμμά τους. Επιπλέον, ο σύλλογος διδασκόντων θα ορίζει ποιοι θα εργάζονται στο ολοήμερο με βάση τις ώρες που πρέπει να συμπληρώσουν οι εκπαιδευτικοί για να καλύψουν το ωράριό τους. Έτσι, αφαιρείται η κεντρική συνεκτική εκπαιδευτική λογική του σχολείου βάσει διοικητικών αναγκών.
Και βέβαια το καθοριστικό στοιχείο κατάργησης του ολοήμερου σχολείου είναι η προϋπόθεση «στο ολοήμερο πρόγραμμα να γράφονται και να φοιτούν οι μαθητές των οποίων και οι δύο γονείς είναι εργαζόμενοι, προσκομίζοντας σχετική βεβαίωση του φορέα εργασίας τους». Για την σύσταση ολοήμερου σχολείου, απαιτείται ελάχιστος αριθμός 14 μαθητών, των οποίων και οι δύο γονείς πρέπει προσκομίζουν βεβαίωση ότι εργάζονται. Το γεγονός αυτό θα πλήξει ιδιαίτερα τα σχολεία με λίγους μαθητές, ενώ κοινωνικά, ιδιαίτερα στις λαϊκές οικογένειες, είναι σπάνιο πια να υπάρχουν δύο εργαζόμενοι γονείς και μάλιστα ασφαλισμένοι, ώστε να προσκομίσουν βεβαιώσεις εργασίας. Είναι βέβαιο, ότι η κυβέρνηση πιστεύει σοβαρά, την… διακήρυξη του Πρωθυπουργού, ότι η Ανάσταση της ανάπτυξης θα έρθει με την θρησκευτική Ανάσταση και γι’ αυτό, το 30% ανεργίας στην χώρα, η ελαστική, η εκ περιτροπής και η μαύρη εργασία, δεν θεωρούνται εμπόδια για τη λειτουργία του ολοήμερου σχολείου. Επίσης, φήμες που θέλουν την κυβέρνηση να προτείνει το μέτρο αυτό, ώστε να τονωθεί ο κοινοτικός θεσμός των γιαγιάδων και της οικογένειας, φροντίζοντας τα παιδιά που δεν θα δικαιούνται το ολοήμερο σχολείο, είναι ανυπόστατες!
Σοβαρά τώρα. Η νεοφιλελεύθερη αποικιοποίηση της χώρας, η εμπέδωση της γκλομπαλιστικής εκπαίδευσης της αμάθειας, η διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και η συνολική αποδόμηση συλλογικών δημοσίων θεσμών, συναντά την ιδεοληψία, τον τυχοδιωκτισμό και την τσαπατσουλιά του ΣΥΡΙΖΑ. Η μεγαλύτερη ταξικότητα και ανισότητα στην παιδεία, θα προκύψει μέσα από οργουελικές φράσεις για κοινωνική εκπαιδευτική ισότητα, όπως διακηρύττει ο Φίλης.
Τα ολοήμερο σχολείο που υπήρχε δεν ήταν το ιδανικό, πιο πολύ επειδή εφαρμόζεται εντός πλαισίου που συστηματικά προωθεί το φτηνό και υποβαθμισμένο «σχολείο της αμάθειας. Με αρχές ενός ουδέτερου παγκοσμιοποιημένου πλανήτη, με διακηρύξεις δήθεν εναλλακτικών και μοντέρνων μεθόδων παιδαγωγικής. Παρόλα αυτά αποτελούσε μια βάση, που ενσωμάτωνε κάποια στοιχεία ενιαίου σχολείου, και τα οποία μια πνευματική και η αξιακή αλλαγή του πλαισίου, θα μπορούσε να το διαμορφώσει σε πραγματικά κοινοτικό και δημόσιο.
Με το «νέο» σχολείο, όμως, προκύπτουν τα παρακάτω, «επαναστατικά» προτάγματα:
– Εξασφαλίζει άνισες ευκαιρίες, καθώς αφορά σχολεία μεγαλύτερα από 4θεσια, αλλά και παιδιά των οποίων εργάζονται και οι δυο γονείς. Επίσης, η μείωση και η συρρίκνωση της μελέτης, η υποβάθμιση διδακτικών αντικειμένων, όπως οι ξένες γλώσσες και η πληροφορική, πλήττουν τα φτωχότερα παιδιά, αποδομούν τον κοινωνικό χαρακτήρα της εκπαίδευσης, ενώ ενισχύουν την ιδιωτική φροντιστηριακή εκπαίδευση.
– Δημιουργεί σχολείο διαφορετικών ταχυτήτων, όχι από επιστημονική ανάγκη ή εξειδίκευση, αλλά επειδή προσαρμόζει τη λειτουργία του σχολείου σύμφωνα με το διαθέσιμο προσωπικό, αποφεύγοντας να αντιμετωπίσει το μεγάλο πρόβλημα των κενών σε εκπαιδευτικό προσωπικό για την διεύρυνση και ανάπτυξη ενός αναβαθμισμένου ενιαίου σχολείου. Παράλληλα, χιλιάδες αναπληρωτές ειδικοτήτων θα χάσουν την δουλειά τους, καθώς σύμφωνα με το Υπουργείο, το επόμενο σχολικό έτος θα προσληφθούν 7000 λιγότεροι αναπληρωτές ειδικοτήτων.
Για άλλη μια φορά, ο ΣΥΡΙΖΑ βαφτίζει το κρέας, ψάρι και εφαρμόζει το δημοσιονομικό μνημόνιο, δήθεν προς χάριν των αδυνάτων, με την περισσή υποκρισία που τον διακατέχει. Το γεγονός, ότι ο εξορθολογισμός και η ενίσχυση του σχολείου θα μπορούσε να προκύψει με επιλογές, όπως, η καλύτερη κατανομή δασκάλων, η άρση των αποσπάσεων και των μετατάξεων, η εξοικονόμηση πόρων από την ενοικίαση κτηρίων που δίνει το κράτος, ενώ υπάρχουν πολλά άδεια κρατικά κτίρια ή δίνοντας στην παιδεία, τις μισθολογικές προσαρμογές των Δημοσίων Υπαλλήλων και των ειδικών συμβούλων και συνεργατών που ψηφίστηκαν πρόσφατα, κ.α, εξηγείται τόσο από την έλλειψη οράματος, όσο και από την τυχοδιωκτική και εξουσιαστική αλαζονεία των χρήσιμων «αριστερών».
Το δημοκρατικά, ενιαίο κοινωνικό σχολείο δεν θα προκύψει με τα περισσεύματα και την «επαναστατική» κοπτοραπτική.
Ενιαίο είναι το σχολείο που εμπεριέχει και δεν αποκλείει. Για να το πετύχεις, όμως πέρα από χρήματα, χρειάζεται να έχεις συνολική και συλλογική αφήγηση για τον τόπο μας και κάτι τέτοιο δεν περισσεύει στην καταστροφική παρέα του Μαξίμου.

Νέα συγκέντρωση διαμαρτυρίας: Ο αγώνας για το Δημόσιο Σχολείο συνεχίζεται - ενάντια στην αντιεκπαιδευτική πολιτική της Κυβέρνησης

Την Παρασκευή 13 Μαΐου 2016, οι Σύλλογοι Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Λιβαδειάς και Θήβας πραγματοποίησαν νέα συγκέντρωση διαμαρτυρίας στη Δ/νση Α΄/θμιας Εκπ/σης Βοιωτίας ενάντια στην αντι-εκπαιδευτική επίθεση της Κυβέρνησης.
Αναδείχθηκαν όλα τα ζητήματα και τα προβλήματα που δημιουργούνται από τις πρόσφατες κυβερνητικές αποφάσεις και τονίστηκε η ανάγκη ενωτικά και αγωνιστικά να ακυρωθεί η νέα αντι-εκπαιδευτική πολιτική.

Kαταδικασμένοι στη λήθη

Γράφει ο Γ.Κ. στη Ρήξη που κυκλοφορεί, Μάιος 2016

Τα παράσιτα του ΣΥΡΙΖΑ το έκαναν και πάλι το θαύμα τους! Κολλημένα σαν βδέλλες στην εξουσία, απομυζούν την τελευταία ικμάδα του ελληνικού λαού, υπογράφοντας το πιο καταστροφικό μνημόνιο που μεταβάλλει τη χώρα, οριστικά, τελεσίδικα, σε προτεκτοράτο. Δεσμεύουν τις μελλοντικές κυβερνήσεις και τον ελληνικό λαό μέχρι τρίτης γενεάς τουλάχιστον. Παράλληλα, μέσα από την προσφυγική κρίση, επιταχύνουν την υποταγή της χώρας στην Τουρκία και το ΝΑΤΟ, ενώ ανοίγουν τον δρόμο για την ισλαμοποίηση που ακολουθεί.
Τους ζούμε εδώ και σαράντα χρόνια σε όλη τη μεταπολίτευση. Πάντα παράσιτα. Ξεκίνησαν, εξαργυρώνοντας πανάκριβα την όποια συμμετοχή τους στο αντιδικτατορικό κίνημα –όπου και εκεί με τον ίδιο τρόπο συμπεριφέρονταν, βλέπε την καταγγελία του Πολυτεχνείου από τον Δρακόπουλο του ΚΚΕεσ. και την Πανσπουδαστική– και έγιναν ισόβιοι βουλευτές, αιώνιοι συνδικαλιστές, καθηγητές πανεπιστημίων, μεγαλοδημοσιογράφοι, επιχειρηματίες. Με τη συμβολή και της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, κατέστρεψαν τα πανεπιστήμια και την εκπαίδευση, στρέφοντας τους φοιτητές και τους νέους στη λογική του εύκολου πτυχίου (του «πολιτικού πέντε») και των αντιγραφών, ενώ υπονόμευσαν καθοριστικά την άμυνα της χώρας ως προς τη συμμετοχή του λαού στον στρατό.
Διείσδυσαν μέσα από διαφόρους διαύλους στη νέα εξουσία του ΠΑΣΟΚ – ποιος από τους παλιούς δεν θυμάται τον Λαλιώτη, τον Ευθυμίου και τη «Γραμματεία Νέας Γενιάς» όπου συνωστίζονταν οι «αριστεροί αγωνιστές»; Και έκτοτε λειτουργούσαν ως το think tank του ΠΑΣΟΚ σε όλη τη μεταπολίτευση.
Η Σοβιετία, η… Ρουμανία και η Ανατολική Γερμανία έπαψαν να υπάρχουν, έμειναν όμως τα ορφανά τους… καθώς και ο Μπόμπολας ή ο Κόκκαλης – εξάλλου, ο τελευταίος, μαζί με τη Ζήμενς, φρόντισε να ανταμείψει και τους συντρόφους του ενιαίου Συνασπισμού στην περιβόητη διακομματική μοιρασιά της κυβέρνησης Τζαννετάκη.
Από το 1990 και μετά, ξεσάλωσαν, παίζοντας σε όλα τα ταμπλό. Παρασιτώντας σε όλα τα κινήματα, έγιναν και «αντιπαγκοσμιοποιητικοί», έχοντας προηγουμένως ψηφίσει το Μάαστριχτ, και τάχθηκαν «ενάντια» στους Ολυμπιακούς, αφού πρώτα, το 1996, είχαν συμμετάσχει στη διεκδίκησή τους. Πάντα δίπλα στον Σημίτη, –Λιάκος, Τσουκαλάς, Αναγνωστοπούλου–, έχοντας αλώσει όλα τα «ιδρύματα» των Τραπεζών και των εφοπλιστών, τασσόμενοι υπέρ του Σχεδίου Ανάν και της Ρεπούση, έφθασαν μέχρις εδώ.
Όταν ο παρασιτικός εκσυγχρονισμός μπήκε στην επιθανάτια κρίση του, ανέλαβαν τα κατεξοχήν παράσιτα της μεταπολίτευσης, που επιβίωσαν δολιχοδρομώντας μέσα από όλες τις κρίσεις και τις καταρρεύσεις, να προσφέρουν την τεχνογνωσία τους, το παρασιτιλίκι στην αποθέωσή του, ολοκληρώνοντας την καταστροφή της χώρας. Ως πρωταθλητές της παρασιτικής ενσωμάτωσης θα αναλάμβαναν και την τελευταία πινελιά στον πίνακα του δράματος.
Όμως νιώθουν κατά βάθος πως δεν έχει πλέον άλλες πιρουέτες διαφυγής, η Damnatio memoriae τους περιμένει. «Σκατόψυχοι»… σε απλά ελληνικά.

Κυκλοφορεί το νέο φύλλο της εφημερίδας ΡΗΞΗ, Μάιος 2016


Κοινή συγκέντρωση διαμαρτυρίας των εκπαιδευτικών της ΕΛΜΕ Βοιωτίας και του Συλλόγου Εκπαιδευτικών Π.Ε. Λιβαδειάς

Οι εκπαιδευτικοί της Α/θμιας και Β/θμιας Εκπ/σης της Βοιωτίας σε κοινό αγώνα συνεχίζουν να υπερασπίζονται το Δημόσιο  Σχολείο, να αγωνίζονται για μόνιμη και σταθερή εργασία. Ενάντια στην αντι-εκπαιδευτική πολιτική της κυβέρνησης και  τις μνημονιακές πολιτικές που  διαλύουν την Παιδεία, τα κοινωνικά αγαθά και τις ζωές των ανθρώπων.
Φωτογραφικό υλικό από την κοινή συγκέντρωση διαμαρτυρίας των εκπαιδευτικών της ΕΛΜΕ Βοιωτίας και του Συλλόγου Εκπαιδευτικών Π.Ε. Λιβαδειάς στις Διευθύνσεις Εκπαίδευσης Α/θμιας και Β/θμιας Βοιωτίας (21.4.2016).
 
Διαμαρτυρία στα γραφεία της Δ/νσης Α΄/θμιας Εκπ/σης Βοιωτίας


Διαμαρτυρία στα γραφεία της Δ/νσης Β΄/θμιας Εκπ/σης Βοιωτίας

Διακήρυξη για μια Ανεξάρτητη Δημοκρατική Πατριωτική Κίνηση Εκπαιδευτικών

Ένα πρόταγμα πατριωτικής αναγέννησης

Γράφουν:  Γιώργος Καραμπελιάς & Γιώργος Ρακκάς*  στο Δρόμο της Αριστεράς
 
Τα μνημόνια υπήρξαν το σύμπτωμα μιας ευρύτερης διαδικασίας χρεοκοπίας του ελληνικού «παρασιτικού εκσυγχρονισμού», που έχασε τα τελευταία χρόνια το «κοινωνικό» του πρόσωπο, γιατί ένα ολόκληρο μοντέλο που στηρίζονταν στις εισαγωγές και την κατανάλωση έφτασε στα όριά του, και μετασχηματίστηκε σε ληστρικό παρασιτισμό.
Ο αντιμνημονιακός χώρος, παρά τις αντιστάσεις του, συχνά μαζικές και αγωνιστικές, λεηλατήθηκε από το φιάσκο ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, διότι δεν κατάφερε να υπερβεί τους ορίζοντες του παλαιού κρατισμού και παρασιτισμού. Οι έσχατες δυνάμεις αυτού του παρασιτισμού -συσπειρωμένες γύρω από την ήδη κυρίαρχη στους ιδεολογικούς μηχανισμούς, «Αριστερά»-, έπαιξαν το τελευταίο της χαρτί, υποσχόμενες την «επιστροφή» στην χτεσινή ευημερία, εγκλωβίζοντας το αντιμνημονιακό κίνημα σε έναν μονοδιάστατο οικονομισμό. Έτσι:
Α. Απέτυχε να διαγνώσει την σημασία των γεωπολιτικών μεταβολών στην ευρύτερη περιοχή, ιδίως όσες σχετίζονται με τον νεο-οθωμανικό επεκτατισμό. Εξελίξεις που σε στενή σχέση με το μεταναστευτικό και προσφυγικό αδιέξοδο, και με δεδομένη την δημογραφική αποτελμάτωση της χώρας, απειλεί τον ελληνικό χώρο με «λιβανοποίηση», κυριολεκτική άρση των κεκτημένων της Επανάστασης του 1821, με επιστροφή της χώρας στο τουρκικό ηγεμονικό άρμα, η στην καλύτερη περίπτωση σε ένα δυτικο-οθωμανικό condominium.
Β. Απέτυχε να επισημάνει τη γενικευμένη παρακμή, δημογραφική, οικονομική, πολιτισμική, κοινωνική και παιδευτική και να ορθώσει αποτελεσματικά αναχώματα στην αποσύνθεση της ελληνικής αυτοσυνειδησίας, κατ’ εξοχήν στις νέες γενιές. Αντίθετα, η Αριστερά, στη συντριπτική πλειοψηφία της, με τις πρακτικές της στην εκπαίδευση, τον πολιτισμό και τα κοινωνικά κινήματα, αποτέλεσε αποφασιστικό παράγοντα και επιταχυντή αυτής της παρακμής, ενώ φαλκίδευσε με την ηγεμονική ιδεολογική παρουσία της, την αυθόρμητη και ακομμάτιστη πατριωτική ροπή του αντιμνημονιακού κινήματος.
Καιρός, λοιπόν, να εστιάσουμε στην πραγματική ανασυγκρότηση του τόπου, γεωπολιτική, πολιτική, κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική. Το πρόταγμά μας θα πρέπει να είναι «ολιστικό» και η έννοια που συμπυκνώνει όλες τις παραμέτρους της ζητούμενης αναγέννησης είναι ο δημοκρατικός πατριωτισμός. Νοούμενος όχι μόνον ως υπεράσπιση της ανεξαρτησίας, της ελευθερίας και της ακεραιότητας της χώρας, απέναντι στη διπλή επιβουλή της δυτικής αποικιοκρατίας και του νεο-οθωμανισμού, αλλά και ως ένα κίνημα εσωτερικής αναγέννησης που θα «τελειώνει» τον νεοελληνικό μηδενιστικό συλλογικό μας βίο, την πολιτική του διαφθορά, την κοινωνική του αναλγησία, και τον οικονομικό του μεταπρατισμό.
Η συγκρότηση ενός δημοκρατικού πολιτικού ρεύματος υπεράσπισης της Ελλάδας και του ελληνικού λαού, απέναντι στους ξένους επικυρίαρχους αλλά και τις ντόπιες άρχουσες τάξεις -που συμπεριφέρονται ως αποικιοκράτες στον ίδιο τους τον τόπο- θα έχει ως στόχο να μπολιάσει τον αυθόρμητο πατριωτισμό του λαού με αυτό το «ολιστικό» περιεχόμενο και να μην τον εγκαταλείψει έρμαιο στην Ακροδεξιά που καραδοκεί.
Ένα τέτοιο ρεύμα θα συσπειρώνει την συντριπτική πλειοψηφία του λαού όχι γύρω από ένα αίτημα «αποκαθαρμένης» ή δήθεν «αυθεντικής Αριστεράς», η κύρια έκφρασή της οποίας, πρωτοστατεί εξάλλου στην επιβολή των οικονομικών, κοινωνικών, γεωπολιτικών και πολιτιστικών «μνημονίων», αλλά γύρω από συγκεκριμένα αιτήματα και κατευθύνσεις, υπερβαίνοντας εν τοις πράγμασι παλιούς και συχνά ξεπερασμένους διαχωρισμούς.
Η μάχη για την πολιτική ανασυγκρότηση θα πρέπει να δοθεί από την σκοπιά του επαναπροσδιορισμού ενός οράματος για τον 21ο αιώνα, που θα στηρίζεται στον «εκσυγχρονισμό της παράδοσής» μας, με υλικά του τον πατριωτισμό, την κοινωνική χειραφέτηση, την ενδογενή ανασυγκρότηση, την οικολογία, την άμεση δημοκρατία και την πολιτιστική αναγέννηση.
* O Γιώργος Καραμπελιάς είναι συγγραφέας και ο Γιώργος Ρακκάς πολιτικός επιστήμονας

Η Αριστερά ως στυλοβάτης της παγκοσμιοποίησης




 
Γράφει ο Γιώργος Καραμπελιάς
 
Εδώ και πολλά χρόνια υποστηρίζω πως η ιστορική αριστερά, τόσο στη Δύση όσο και στην Ελλάδα, έχει αποτύχει να προτάξει μια εναλλακτική λύση στον καπιταλισμό και αντίθετα έχει μεταβληθεί σε μια δύναμη που επιταχύνει την καπιταλιστική ολοκλήρωση. Η Αριστερά, προωθώντας την αποϊεροποίηση του κόσμου και της φύσης, την άρνηση της πατρίδας και του ριζώματος, την ισοπέδωση των φύλων και την παγκοσμιοποίηση την οποία βάφτισε διεθνισμό, αποδείχθηκε ο ισχυρότερος σύμμαχος του καπιταλισμού την εποχή της παγκοσμιοποίησης, παράλληλα με τη νεοφιλελεύθερη Δεξιά.
Η Αριστερά προετοίμαζε ιδεολογικά –στην εκπαίδευση, στην κοινωνία, στο πεδίο των αξιών– αυτό που η νεοφιλελεύθερη Δεξιά ολοκλήρωνε στο πεδίο της οικονομίας. Γι’ αυτό και οι διαμαρτυρίες και οι κινητοποιήσεις της Aριστεράς, στο επίπεδο της κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής, ενάντια στον οικονομικό νεοφιλελευθερισμό, είναι ατελέσφορες και ψευδεπίγραφες. Αντίθετα, είναι οι ίδιοι που έχουν προετοιμάσει την κοινωνία για την αποδοχή του οικονομικού φιλελευθερισμού, έχοντας αποσυνθέσει ιδεολογικά τα λαϊκά στρώματα και τις εθνικές ταυτότητες. Ο οικονομικός φιλελευθερισμός προϋποθέτει τον πολιτισμικό, δηλαδή η δεξιά χρειάζεται την αριστερά, για να μπορεί να κυβερνήσει και να εφαρμόσει τη στρατηγική της νέας τάξης πραγμάτων.
Για την κατεδάφιση της οικονομικής και δασμολογικής προστασίας των εθνών-κρατών, π.χ., και την ανάπτυξη της παγκόσμιας αγοράς, έπρεπε να προηγηθεί, ή τουλάχιστον να βαδίζουν παράλληλα, η ιδεολογική απονομιμοποίηση του πατριωτισμού και των «εθνικών συνόρων», την οποία προωθεί φρενιτιωδώς η αριστερά. Για να τείνει να μεταβληθεί ο στρατός σε επαγγελματικό, αποκομμένο από το ελληνικό έθνος, παρά την αυξανόμενη στρατιωτική παρουσία ενός διαχρονικά επιθετικού γείτονα, θα έπρεπε να έχει προετοιμαστεί το έδαφος από την δήθεν αντιμιλιταριστική αριστερά. Για να διαλυθεί η εθνική ταυτότητα και να μπορεί η Ελλάδα να ενταχθεί απρόσκοπτα στους υπερεθνικούς οργανισμούς της Δύσης ως ημιαποικία, θα έπρεπε η «πρωτοπόρα» αριστερά να έχει αποσυνθέσει τους ίδιους τους πυλώνες της εθνικής ιδιοπροσωπίας, τη διαχρονία του ελληνισμού, τη σχέση του με την ορθοδοξία, τη συνέχεια της γλώσσας. Για να καταρρεύσει η δημογραφία της χώρας, θα έπρεπε να καλλιεργηθεί το μοντέλο μιας ακραίας ατομικής ανεξαρτησίας και των «δικαιωμάτων», να επιταθεί ο εθνομηδενισμός και η ολοκληρωτική συκοφάντηση των οικογενειακών δεσμών. (Ακόμα και σήμερα οι «πρωτοπόροι» Έλληνες σκηνοθέτες, τύπου Λάνθιμου και κομπανίας, έχουν σαν προνομιακό τους στόχο την οικογένεια –τον μόνο θεσμό που, παρά τα αρνητικά της, κράτησε τους Έλληνες ζωντανούς στην κρίση– και όχι αντίστροφα τη διόγκωση ενός ακραίου ατομισμού, που έχει καταστεί κυρίαρχος). Και όλα αυτά διότι, κατά βάθος, η ιδεολογία της αριστεράς δεν στρέφεται εναντίον του καπιταλιστικού φαντασιακού, αλλά αντίθετα ταυτίζεται μαζί του. Η ιδεολογία της σύγχρονης αριστεράς δεν είναι στην πραγματικότητα αντικαπιταλιστική αλλά υπερκαπιταλιστική.
Δηλαδή, επιθυμεί κατά βάθος τη διάλυση όλων των μη-καπιταλιστικών εμποδίων στην επέκταση του κεφαλαίου, την εποχή της παγκοσμιοποίησης, δηλαδή της οικογένειας, του έθνους, της ιστορικής μνήμης, των συλλογικών ταυτοτήτων. Γι’ αυτό εξάλλου αυτή η αριστερά θα εγκαταλείψει, σταδιακώς, τα συλλογικά δικαιώματα και θα μετακινηθεί από το πεδίο των συλλογικών ταυτοτήτων σε εκείνο του ακραίου ατομικιστικού δικαιωματισμού. Ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα που –όπως τον περιγράφει με… λυρικούς τόνους ο Μαρξ στο Κομουνιστικό Μανιφέστο– αποσυνθέτει κάθε προηγούμενη ταυτότητα και την ίδια την ιστορία, έτσι ώστε να μπορεί να αναπτύσσεται απρόσκοπτα. Η σύγχρονη Αριστερά εκφράζει, περισσότερο και από τη Δεξιά, αυτό το καπιταλιστικό φαντασιακό, όσο και αν εμφανίζεται αντίθετη στις εκμεταλλευτικές εκφάνσεις του συστήματος. Γι’ αυτό και, στην Ελλάδα, στην εξουσία βρέθηκαν οι μικρότερες ομάδες αυτής της Αριστεράς, οι Πράσινοι(!), η ΑΚΟΑ (η περιβόητη ομάδα Μπανιά στην οποία ανήκαν ο Βούτσης, ο Φλαμπουράρης, ο Σκουρλέτης, ο Φίλης, η Φωτίου, ο Λάμπρου και τόσοι άλλοι), αυτό το κράμα Κολωνακίου και Εξαρχείων, το οποίο, παρότι απόλυτα μειοψηφικό πολιτικά, ήταν πανίσχυρο πολιτισμικά σε όλους τους κύκλους της διανόησης, των πανεπιστημίων, των ΜΜΕ.
Έτσι, λοιπόν, η απόπειρα διαφόρων απατημένων γκρουπούσκουλων της Αριστεράς να την νεκραναστήσουν στην «αγνότητά» της, μετά την «προδοσία» του Τσίπρα, είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, γιατί, όπως έλεγε και ο κάποτε Σαββόπουλος, «έχει αποτύχει σύμπασα η Αριστερά» και δεν νεκρανασταίνεται. Δεν μπορεί να μετασχηματισθεί αξιακά σε κάτι που να θυμίζει την Αριστερά των αρχών του 20ού αιώνα, διότι έχει μεταβληθεί ο ίδιος ο καπιταλισμός και η ίδια η ιστορική πραγματικότητα.
Η ιστορική Αριστερά, στη Δύση και τη Ρωσία, αποτέλεσε την έκφραση της αντίστασης των λαϊκών στρωμάτων και της εργατικής τάξης στον εθνικισμό και τον ιμπεριαλισμό των μεγάλων αποικιακών δυνάμεων, που χρησιμοποιούσαν τη θρησκεία και την πατριδοκαπηλία ως όπλα για την επιβολή τους στο πλανητικό επίπεδο.
Γι’ αυτό, και εκείνη η Aριστερά είχε σφραγιστεί από την αντιεθνικιστική και αντικληρικαλική προπαγάνδα. Δηλαδή, αντιστοιχούσε στην πρώιμη ανάπτυξη του ιμπεριαλισμού, που κυριάρχησε στον πλανήτη μέχρι τον Β΄ Π.Π. Από τότε και μετά, και ιδιαίτερα μετά τη δεκαετία του 1960, ο καπιταλισμός πέρασε σε μία νέα φάση, βαδίζει σταδιακώς προς την «καπιταλιστική ολοκλήρωση», την παγκοσμιοποίηση και την κυριαρχία των πολυεθνικών. Επομένως, το μεγάλο κεφάλαιο έχει την ανάγκη να διεισδύσει και να μεταβάλει σε κερδοφόρους και τους τομείς που στο παρελθόν διατηρούσαν μη καπιταλιστικά στοιχεία και έρχονταν από το παρελθόν της ανθρώπινης ύπαρξης. Η θρησκεία μεταβάλλεται σταδιακώς σε αναχρονισμό για το σύστημα και οι Εφέστιοι θεοί, οι εικόνες και τα καντηλάκια, που για χιλιάδες χρόνια έκαιγαν στο κέντρο της οικογενειακής ζωής, αντικαθίστανται από την τηλεόραση, όπως και οι εκκλησίες στα κέντρα των πόλεων αντικαθίστανται από τους ουρανοξύστες των εμπορικών κέντρων. Η οικογένεια πρέπει να διαλυθεί γιατί περιορίζει την επέκταση της κατανάλωσης, μια και όσο μεγαλύτερη και ισχυρότερη είναι, τόσο μικρότερη η κατά κεφαλήν κατανάλωση (πέντε άτομα σε μια οικογένεια καταναλώνουν πολύ λιγότερο από πέντε άτομα τα οποία ζουν κατά μόνας). Οι ταξικές συλλογικότητες μεταβάλλονται σε «αναχρονισμό» (κατάρρευση των συνδικάτων), τα δε εθνικά σύνορα και οι εθνικές ταυτότητες αποτελούν το μεγαλύτερο εμπόδιο στην επέκταση των πολυεθνικών. Κατά συνέπεια, το κεφάλαιο σε αυτόν τον νέο μεγάλο μετασχηματισμό (που βρίσκεται στον αντίποδα εκείνου του Πολάνυι) χρειάζεται την ιδεολογία αυτής της νέας Αριστεράς για να μπορέσει να επιβάλει την ηγεμονία του.
Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι η πρώτη μεγάλη επανάσταση αυτής της σύγχρονης Αριστεράς, ο Μάης του 1968. Ξεκίνησε από την συμπαράσταση σε αντιιμπεριαλιστικούς αγώνες –της Αλγερίας, του Βιετνάμ, της Κούβας– και εξελίχθηκε, στις μητροπόλεις του καπιταλισμού, σε μια μεγάλη πολιτιστική επανάσταση. Μια επανάσταση η οποία, παρότι ξεκίνησε με την κριτική στις καπιταλιστικές αξίες (την αποξένωση κλπ), σε μια πρώτη ριζοσπαστική φάση της (ακόμα και ένοπλη ΡΑΦ, Ερυθρές Ταξιαρχίες, 17 Νοέμβρη), κατά τη δεκαετία του 1990, μετασχηματίστηκε σε μία «επανάσταση» καπιταλιστικού χαρακτήρα. Ο Κον Μπεντίτ και ο Γιόσκα Φίσερ, οι ηγέτες του ’68, έγιναν οι εκφραστές ενός επιτρεπτικού καπιταλισμού χωρίς όρια – απόλαυση χωρίς όρια, ναρκωτικά χωρίς όρια, κατάργηση των εθνικών ορίων και βομβαρδισμός της Γιουγκοσλαβίας, εν τέλει ένας αληθινά παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός.
Δηλαδή, την ίδια στιγμή που ο Ρήγκαν και η Θάτσερ ξεκινούσαν τη νεοφιλελεύθερη επανάστασή τους, η νέα Αριστερά προετοίμαζε ιδεολογικά τον δρόμο για την επικράτηση ενός πλανητικού… θατσερισμού! Διότι, επιτιθέμενοι, ήδη από τη δεκαετία του 1960, στις προκαπιταλιστικές αξίες και θεσμούς που εξακολουθούσαν να επιβιώνουν στον καπιταλιστικό κόσμο, άνοιγαν τον δρόμο ιδεολογικά και αξιακά στην επικράτηση του νεο-φιλελευθερισμού: Κάτω τα έθνη, οι θρησκείες, η οικογένεια, η διαφοροποίηση των φύλων, οι «δεσμεύσεις», ζήτω το ανεξάρτητο, αυτόνομο άτομο, χωρίς θεό και αφέντη (sans Dieu ni Maître). Μια πολιτιστική επανάσταση που έβλεπε τον εαυτό της ως δήθεν αντικαπιταλιστική ήταν, στην πραγματικότητα, υπέρ-καπιταλιστική, δηλαδή άνοιγε τον δρόμο για την εποχή που ο καπιταλισμός δεν θα εκμεταλλεύεται μόνο τους εργαζόμενους αλλά και θα διαμορφώνει τον ίδιο τον ψυχισμό ή, ακόμα-ακόμα, την ίδια τους τη φύση (η εποχή του μετανθρώπου).
Δεδομένων αυτών των εξελίξεων, η ιστορική Αριστερά έχει πλέον εξαντληθεί στις ίδιες τις προϋποθέσεις της . Μαζί με τη Δεξιά, πασχίζει να εξαλείψει το ίδιο το ιστορικό παρελθόν και κάθε παράδοση που μας συνδέει με αυτό. (Στην γαλλική πρωτότυπη εκδοχή της, η «Διεθνής» διεκδικεί την πλήρη ισοπέδωση του παρελθόντος – Du passé faisons table rase­– φράση που, καθόλου τυχαία, δεν υπάρχει στην ελληνική απόδοσή της από τον Βάρναλη). Εξάλλου, εκκινούν από μια κοινή ιδεολογική ρίζα, εκείνη του Διαφωτισμού, και προφανώς, στην Ελλάδα, είναι αυτή η εθνομηδενιστική Αριστερά που προσπαθεί να απορρίψει τη συνέχεια του ελληνικού έθνους. Καθόλου τυχαία ο Λιάκος, η Αναγνωστοπούλου, ο Φίλης, ο Γαβρόγλου και όλη η κομπανία βρίσκονται στην ηγεσία του υπουργείου Παιδείας.
Κατά συνέπεια, ο ιστορικός ρόλος της Αριστεράς ως αντίπαλου πόλου της Δεξιάς έχει πλέον εξαντληθεί. Και αυτό συνέβη ακριβώς διότι η μαϊμού δοκίμασε να ανέβει στον δέντρο της εξουσίας και αποκαλύφθηκαν τα οπίσθιά της! Η Αριστερά μπορούσε να υπάρχει ως σοβαρή πολιτική δύναμη όσο βρισκόταν εκτός άμεσης πολιτικής εξουσίας. Διότι, τότε, μπορούσε να διατηρεί την πολιτισμική και ιδεολογική εξουσία, σε σύγκρουση δήθεν με την κυβερνώσα ελίτ. Σε όλες τις χώρες όπου κατέκτησε την εξουσία, δηλαδή στη Ρωσία και την Ανατολική Ευρώπη, κυριολεκτικά εξαφανίστηκε μετά από εβδομήντα ή σαράντα χρόνια εξουσίας. Το ίδιο, τηρουμένων των αναλογιών, συνέβη και στη Δύση με την καθολική κρίση της κυβερνώσας σοσιαλ-δημοκρατίας.
Στην Ελλάδα υπήρχε ένας «καταμερισμός εργασίας» που επέτρεψε στο σύστημα να λειτουργεί για πολλά χρόνια. Το ΠΑΣΟΚ στην πολιτική εξουσία, η παραδοσιακή αριστερά στην ιδεολογική. Όταν, όμως, εξαιτίας της κρίσης, ανέλαβε τα ίδια τα ηνία της πολιτικής εξουσίας, σε μια χώρα με ημιαποικιακό χαρακτήρα, και είναι υποχρεωμένη να διαχειρίζεται ταυτόχρονα την πολιτισμική ηγεμονία, την οικονομία και την πολιτική, τότε οι αντιφάσεις της εκρήγνυνται και αποκαλύπτεται βίαια και σαρωτικά η πραγματική της φύση. (Και αν σε κάτι έπεσα έξω ήταν πως δεν φανταζόμουν πως θα αναλάμβαναν, έστω και παροδικά, να υλοποιήσουν ταυτόχρονα και τις δύο λειτουργίες, τόσο την ιδεολογική και αξιακή αποδόμηση της ελληνικής κοινωνίας και του ελληνικού λαού όσο και την οικονομική ολοκλήρωση της μεταβολής της χώρας σε αποικία χρέους. Το ίδιο είχα πάθει παλιότερα με τον ΓΑΠ. Τα παθήματα, μαθήματα. Και οι βλάκες και οι ανίκανοι και οι απαίδευτοι μπορούν να ανέλθουν στην εξουσία όταν ένας λαός βρίσκεται σε παρακμή.)
Το δυστύχημα για την ελληνική Αριστερά, στο σύνολό της, είναι πως, όλα τα προηγούμενα χρόνια, αρνήθηκε, εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις –από τον Άρη Αλεξάνδρου μέχρι τον Χρόνη Μίσσιο και το Άρδην–, να προβεί σε οποιαδήποτε σε βάθος κριτική της ιστορικής της εμπειρίας· έτσι, όταν ήλθε η κατάρρευση, τουλάχιστον από τον Ιούλιο του 2015 και μετά, βρέθηκε παντελώς ανέτοιμη να θέσει τις βάσεις ενός οποιουδήποτε μετασχηματισμού της. Είναι δε τόσο βαθιά απαίδευτη και αγκιστρωμένη στα μαρξιστικά ή αναρχικά σχήματα του παρελθόντος ώστε, μπροστά στην αναπόφευκτη κατάρρευση της κυβερνώσας Αριστεράς που με γοργά βήματα έρχεται, θα συμπαρασυρθεί μαζί της ακόμα και η διαφωνούσα πτέρυγά της διότι δεν διαθέτει κάποιο άλλο ιδεολογικό οπλοστάσιο ή όραμα.

Ο Γιώργος Καραμπελιάς στη Λιβαδειά, 28/3/2016 (video)


πηγή: e-sterea
 
Η παρουσίαση του βιβλίου του Γ. Καραμπελιά "1821 Η Παλιγγενεσία" πραγματοποιήθηκε με συμμετοχή  πλήθους πολιτών και εκπροσώπων τοπικών φορέων και συλλόγων στην κατάμεστη αίθουσα του Επιμελητηρίου Βοιωτίας, στην πόλη της Λιβαδειάς, την Δευτέρα 28 Μαρτίου 2016.

Στην εκδήλωση μίλησαν, ο συγγραφέας του βιβλίου και εκδότης του περιοδικού ΑΡΔΗΝ  Γ. Καραμπελιάς, ο ιστορικός Χρ. Βάρσος, ενώ συντονιστής ήταν ο ιατρός κ. Νίκος Κελέρμενος.
Συνδιοργανωτές της εκδήλωσης ήταν η Ιερά Μητρόπολη Θηβών και Λεβαδείας και ο Ιερός Ναός Αγίου Ρηγίνου Λεβαδείας.

25η Μαρτίου 1821 - 25η Μαρτίου 2016, βίοι παράλληλοι

Γράφει ο Γ. Καραμπελιάς

Στις αρχές του 19ου αιώνα, λίγο πριν την Επανάσταση του ’21, ο Ιωάννης Καποδίστριας και ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος σε δύο υπομνήματα, ο πρώτος προς τον τσάρο το 1811 και ο δεύτερος προς τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις το 1820, υπολόγιζαν τον αριθμό των Ελλήνων σε 7 έως 9 εκατομ., ανάλογο με εκείνον των Τούρκων και με τα 9 εκατ. της κοσμοκράτειρας Αγγλίας την ίδια εποχή.
Οι Σέρβοι, οι Ρουμάνοι και οι Βούλγαροι δεν ξεπερνούσαν, μαζί, τα 3 εκατ. Κατανοούμε έτσι γιατί, από τον Ρήγα ως την Φιλική Εταιρεία, το όραμα των Ελλήνων για το μελλοντικό τους κράτος, είχε βυζαντινές διαστάσεις – εξ ου και η επανάσταση στη Μολδοβλαχία, παράλληλα με την Πελοπόννησο και τα σχέδια για μια επαναστατική εξέγερση των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης. Αυτός ο ελληνισμός, που έσφυζε από ζωτικότητα και πρωτοστατούσε στην οικονομική και πνευματική ζωή της ανατολικής Μεσογείου και της νοτιοανατολικής Ευρώπης –από την Οδησσό και τον Πόντο έως τη Βιέννη–, υπήρξε και ο πρωταγωνιστής της μεγαλύτερης επανάστασης των αρχών του 19ου αιώνα που συντάραξε την Ευρώπη και τον κόσμο.