Προσφυγικό - Μεταναστευτικό: Το χρονικό μιας κυβερνητικής τραγωδίας

Γράφει ο  Γιώργος Ρακκάς  (δημοσιεύτηκε στο liberal.gr)
Όλα τα στελέχη της παρούσας κυβέρνησης, ανεξαιρέτως, αναφέρονται στο προσφυγικό και μεταναστευτικό αδιέξοδο που ξέσπασε με πολύ οξύ τρόπο από τις αρχές του 2015 κι ύστερα, σαν να επρόκειτο για κάποια «φυσική καταστροφή». Προσπαθούν να δικαιολογήσουν, μάλιστα, την (μη) πολιτική τους, δηλαδή την εκχώρηση της διαχείρισης των πληθυσμών που εισέρχονται και εγκλωβίζονται στην Ελλάδα στον «διεθνή παράγοντα» και σε ξένα (παρα)κέντρα εξουσίας ακριβώς πάνω σε αυτήν την αντίληψη. Ότι η τραγωδία του προσφυγικού και μεταναστευτικού αδιεξόδου «μας έτυχε ξαφνικά».
Στην πραγματικότητα, όμως, συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Η παροξυστική αναβάθμιση των προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών προς την Ελλάδα, και σε δεύτερο στάδιο ο εγκλωβισμός τους στην χώρα μας, αποτελεί σε πολύ μεγάλο βαθμό υποπροϊόν της ίδιας της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ πάνω στο ζήτημα. Ας δούμε το γιατί.
Η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ: Μια «κοινωνία των περαστικών»;
Η όξυνση των προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών προς το Αιγαίο, εντοπίζεται ταυτόχροναμε την ανάληψη της εξουσίας από τον ΣΥΡΙΖΑ, και την αλλαγή πολιτικής που εγκαινίασε πάνω στο ζήτημα. Η αλλαγή είχε να κάνει τόσο σε ό,τι αφορά στην φύλαξη θαλασσίων συνόρων, αλλά και στην παραμονή όσων εισέρχονται στην χώρα μας παράνομα.
Ήδη από το 2012, η τοποθέτηση του ΣΥΡΙΖΑ για το μεταναστευτικό, εισηγούνταν ένα απόλυτο Laissez-passer που ισοδυναμούσε με de facto κατάργηση κάθε έννοιας συνόρου της ελληνικής επικράτειας και καθιέρωνε μέριμνες δυνάμει νομιμοποίησης όλων των ανθρώπων που θα εισέρχονταν στην χώρα μας.

Παλιά και νέα διαπλοκή

Γράφει ο Γιάννης Ξένος στην εφημερίδα Ρήξη φ. 126 - Σεπτ.2016
Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, το Πασόκ επιχείρησε να δημιουργήσει νέα οικονομικά-εκδοτικά τζάκια, που θα ήταν απολύτως ταυτισμένα μαζί του, για να αποφύγει με αυτόν τον τρόπο κάθε διάθεση κριτικής και αυτονόμησης των παλαιοτέρων τζακιών. Με αιχμή του δόρατος τον Κοσκωτά, που σπαταλούσε αφειδώς τα χρήματα των καταθετών της τράπεζάς του (Κρήτης), και τις πλάτες του Πασόκ, το σχέδιο του Παπανδρέου παραλίγο να πετύχει.
Η σθεναρή αντίσταση των κυρίαρχων εκδοτών, που έπαιζαν την ύπαρξή τους, αποκάλυψε τις κομπίνες τουΚοσκωτά και τη διαπλοκή του με ανθρώπους από το στενό περιβάλλον Παπανδρέου. Οι αποκαλύψεις και η «κάθαρση» προχώρησαν μέχρις ότου βγήκε από την μέση ο Κοσκωτάς και ο Παπανδρέου αναγνώρισε εκ νέου την ισχύ των μεγαλοεκδοτών*.
Το 1989, με τον Κοσκωτά στη φυλακή και το Πασόκ να κλυδωνίζεται, οι μεγαλοεκδότες ζητούσαν την «αμοιβή» τους. Η συγκυβέρνηση Τζαννετάκη, που στηριζόταν από ΝΔ και Συνασπισμό (ΚΚΕ και ΚΚΕεσ.), ένα από τα λίγα πράγματα που πρόλαβε στον βραχύβιο βίο της ήταν να δώσει τις πρώτες τηλεοπτικές άδειες. Το καλοκαίρι του 1989 ψήφισε τον νόμο για τη δημιουργία ιδιωτικών καναλιών, όπου αναφερόταν ότι μεταξύ των κριτηρίων για τη χορήγηση της άδειας, «συνεκτιμώνται η πληρότητα και η ποιότητα του προγράμματος και η εμπειρία και παράδοση των μετόχων της εταιρείας στα μέσα μαζικής ενημέρωσης», δηλαδή ο νόμος ήταν φωτογραφικός για τους μεγαλοεκδότες που είχαν πείρα και παράδοση. Τελικά τον νόμο τον ψήφισαν και τα τρία μεγάλα κόμματα της εποχής, ΝΔ, Πασόκ και φυσικά Συνασπισμός, που συμμετείχε στην συγκυβέρνηση Τζαννετάκη με δύο υπουργούς, Κωνσταντόπουλο και Κουβέλη. Ο Σύριζα, που σήμερα ξιφουλκεί για τον τρόπο που τότε ξεκίνησε η ιδιωτική τηλεόραση, έχει λερωμένη τη φωλιά του, γιατί διαδραμμάτισε βασικό ρόλο στη δημιουργία του ασύδοτου τηλεοπτικού περιβάλλοντος που κυριαρχεί έκτοτε.

Ο Γιώργος Καραμπελιάς στη Γιάφκα 15/09/16

ΑΡΔΗΝ: «Ή όλα ή τίποτε»

Σήμερα, καθώς κινδυνεύουμε να απολέσουμε τη δυνατότητα συγκρότησης ενός στοιχειωδώς ανεξάρτητου κράτους, ξαναμπαίνει και πάλι, ίσως για τελευταία φορά, το αίτημα ενός καθολικού οράματος ικανού να επανενώσει τους Έλληνες, αυτό που αποκαλέσαμε «εκσυγχρονισμό της παράδοσης». Ανατρέχοντας στη μακρά ιστορία μας, να διατυπώσουμε μία σύγχρονη πρόταση για το σήμερα, η οποία να διαθέτει και πλανητική εμβέλεια: Ο «ελληνικός δρόμος», ως σύνθεση νου και καρδιάς, μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην υπέρβαση των αδιεξόδων του σημερινού κόσμου.

Παρότι κάτι τέτοιο δεν θα το κάνουμε μόνοι μας, και αποτελεί κίνηση με παγκόσμιες διαστάσεις, μπορούμε και πρέπει να μεταβληθούμε σε προπύργιό της. Για παράδειγμα, με τη δημιουργία μιας Διεθνούς Φιλοσοφικής Σχολής στην πατρίδα του Αριστοτέλη, στα Στάγειρα, ενός Παγκόσμιου Ιπποκρατικού Κέντρου στην Κω· τη δημιουργία ενός Ορθόδοξου Διεθνούς Πανεπιστήμιου συνδεδεμένου με το Άγιο Όρος στη Θεσσαλονίκη· για τη συνεταιριστική ιδέα στα Αμπελάκια· για τη ναυτοσύνη στην Ύδρα ή τον Πειραιά· για τη μηχανουργία και τη ναυπηγική στην Ερμούπολη· για την οικολογική αρχιτεκτονική στα Ζαγοροχώρια κ.λπ…
Προϋπόθεση, η ανάδειξη της παιδείας σε κύρια μέριμνα του ελληνικού κράτους (αντ’ αυτού τα πανεπιστήμια έχουν μεταβληθεί σε αχούρια, οι Έλληνες σπουδάζουν έξω, αντί να συγκεντρώνουμε φοιτητές από τα Βαλκάνια, τη Μ. Ανατολή, όλο τον κόσμο). Για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, να προτάξουμε την παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών υψηλής ειδίκευσης και όχι φτηνιάρικων ακατέργαστων προϊόντων με εισαγόμενο ανειδίκευτο προσωπικό.
Είναι δυνατό να αναδιαμορφωθεί ακόμα και ένας τομέας όπως ο τουρισμός, εάν συνδεθεί αποφασιστικά με την ιστορική παράδοση της χώρας, από την Κνωσό έως το Άγιον Όρος. Δεν μπορεί, η Ζακύνθος –η πατρίδα των ποιητών, του Σολωμού και του Κάλβου–, να είναι μια πολιτιστική έρημος με μεθυσμένες αγέλες νεαρών και κραυγαλέα μπιτς μπαρ.
Αυτή η πρόταση είναι ρεαλιστική, δεν απαιτεί τεράστιες δαπάνες, απαιτεί μια Πολιτιστική Επανάσταση μεγάλης κλίμακας, που θα στραφεί πριν απ’ όλα ενάντια στην εμφυλιοπολεμική ιδεολογία, που μετά το 1915 ακυρώνει κάθε μεγάλη συλλογική προσπάθεια. Καθώς μάλιστα, από το 1990, η εμφύλια διαμάχη καθίσταται άνευ αντικειμένου, μετά την αποτυχία του υπαρκτού σοσιαλισμού, τη σύγκλιση σοσιαλδημοκρατίας και δεξιάς και τη διασφάλιση, ακόμα και μέσω της διαφθοράς, της… ισότητας αριστεράς και δεξιάς στην Ελλάδα, και επιβιώνει αποκλειστικά ως μηδενισμός. Τα μηδενιστικά ρεύματα στη νεολαία και ο εθνομηδενισμός ως κυρίαρχη ιδεολογία των ελίτ.
Σήμερα δε, μετά την ολοκλήρωση ενός ιστορικού κύκλου, όπου όλες οι παρατάξεις του εμφυλίου βρέθηκαν στην εξουσία, με άθλιο απολογισμό, ο εμφυλιοπολεμικός μηδενισμός έχει εξαντλήσει την όποια δυναμική.
Δεν υπάρχει πλέον καμία άλλη διέξοδος, καμία άλλη προοπτική. «Ή όλα ή τίποτε». Είτε θα σβήσουμε ως αυτόνομο πολιτειακό υποκείμενο είτε θα συνεχίσουμε δημιουργικά, με έναν νέο ρόλο, τη μεγάλη παράδοση του ελληνισμού.

Ένα Όραμα για τον Ελληνισμό της παρακμής

Ένα Όραμα για τον Ελληνισμό της παρακμής
Γράφει ο Γιώργος Καραμπελιάς
Επαναλαμβάνω αδιάκοπα -ad nauseam- πως ποτέ άλλοτε ο ελληνισμός, από την άποψη του συνόλου των μεγεθών του, -δημογραφία, οικονομική και πνευματική παραγωγή, ρόλος στο παγκόσμιο γίγνεσθαι- δεν βρισκόταν σε κατώτερο σημείο από σήμερα. Πράγματι το ελληνικό κράτος κινδυνεύει πλέον να μη διαθέτει τα απαραίτητα μεγέθη για την αναπαραγωγή του ως αυτόνομο ιστορικό υποκείμενο. Γιατί αν, επί παραδείγματι, μετά την Άλωση του 1453 χάσαμε και κράτος και πληθυσμούς, ωστόσο ο ελληνισμός παρέμεινε αποφασιστικός πνευματικός παράγοντας για την ίδια τη δυτική Αναγέννηση και μέχρι το 1922 αποτελούσε καθοριστικό οικονομικό και γεωπολιτικό παράγοντα της καθ’ ημάς Ανατολής, σε αντίθεση με τη σημερινή δραματική συρρίκνωση μας. Και παρά το ότι έχουμε ιστορία 3.000 ή 4.000 χρόνων, κανείς δεν έχει κερδίσει την ιστορική αθανασία, ιδιαίτερα σε ένα, γεωπολιτικό σταυροδρόμι όπου η παραμικρή υποχώρηση πληρώνεται με ακριβό αντίτιμο.
Καλούμαστε, λοιπόν, να απαντήσουμε σε μια τιτάνια πρόκληση. Να βάλουμε, έστω ως ένα μικρό έθνος πλέον, τέλος σε μια μακρά καθοδική πορεία. Και η πρόκληση εμφανίζεται τόσο «ασήκωτη» ώστε κάποτε φαντάζει τελεσίδικο εκείνο το finis Greciae -του Χρήστου Γιανναρά- σε πολλούς και ίσως τους πλέον σκεπτόμενους συμπολίτες μας. Από πού να αντλήσουμε κουράγιο και αισιοδοξία, αν το ιστορικό διακύβευμα είναι τόσο επισφαλές ή η έκβαση προδιαγεγραμμένη;
Παρότι δεν τρέφουμε αυταπάτες και αντικρίζουμε κατάματα την πραγματικότητα, επειδή γνωρίζουμε τον βαθμό αποσύνθεσης των ελίτ και την βαθειά παρακμή του ίδιου του λαϊκού σώματος, επειδή ξέρουμε πως είμαστε «πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα», ωστόσο, ισχυριζόμαστε πως ακόμα και σήμερα ο αγώνας δεν είναι χαμένος. Αρκεί να αποκτήσουμε επί τέλους ένα συνεκτικό όραμα και μέσα από έναν «εκσυγχρονισμό της παράδοσής» μας, να διασώσουμε την πρόταση πολιτισμού που φέρει ακόμα αυτή η παράδοση για τον σύγχρονο κόσμο.

Κυκλοφορεί το νέο φύλλο της εφημερίδας ΡΗΞΗ - Σεπτ. 2016

Στηρίξτε τη Ρήξη, 
την εφημερίδα του πατριωτικού - δημοκρατικού χώρου

Ο Γιώργος Καραμπελιάς στη Γιάφκα - 8 Σεπτ. 2016

Δεν είναι «ώρα» για πολιτικές πρωτοβουλίες;

Γράφει ο Γιώργος Καραμπελιάς 
Απολύτως χαρακτηριστική του κλίματος της κατάθλιψης και της παραίτησης που κυριαρχεί ευρύτερα στον χώρο των «πολιτικοποιημένων» συμπολιτών, και κυρίως των προερχόμενων από την αριστερά, είναι η αντίδραση πολλών –κάποτε αληθινών– φίλων μας στο πρόσφατο εγχείρημα του Άρδην, να προχωρήσει στη συγκρότηση ενός πολιτικού κινήματος.
Η γκάμα των αντιδράσεων υπήρξε όντως ευρεία. Αρκετοί, μας είπαν: «Το “Άρδην”, οι “Εναλλακτικές Εκδόσεις”, ο “ν. Λόγιος Ερμής”, τα βιβλία σας, οι εκδηλώσεις σας στην Ξενοφώντος, στην Αθήνα, στη Βαλαωρίτου στη Θεσ/νίκη, στην Πάτρα, αντιπροσωπεύουν μια πνευματική όαση, γιατί θέλετε να την “βρωμίσετε” με την κομματική πολιτική; Αφού, ούτως ή άλλως, η χώρα χαμένη είναι. Συνεχίστε εσείς το “θεάρεστο έργο” της πνευματικής αφύπνισης και, κάποτε, αργότερα, ίσως εμφανιστούν και σχετικά πολιτικά κινήματα». Και υπάρχουν αναρίθμητες παραλλαγές της ίδιας ένστασης, που κινείται πάνω σε ένα και μόνιμο μοτίβο: «Ο κόσμος είναι κουρασμένος, απογοητευμένος, δεν είναι διατεθειμένος για νέα πολιτικά εγχειρήματα, θα πρέπει να ωριμάσουν οι συνθήκες, για κάτι ευρύτερο» κ.ο.κ. Όπως υποστηρίζει, εμφατικά, εδώ και χρόνια, ένας διανοούμενος με σημαντική πνευματική παραγωγή: «σήμερα είναι καιρός του σπείρειν και όχι του θερίζειν».
Ορισμένοι –κάποιοι συνέβαλαν ενεργά στην καταστροφή, και προς τιμήν τους αποστασιοποιήθηκαν– υποστηρίζουν πως οι ρυθμοί της ανασυγκρότησης των κινημάτων για τη σωτηρία της πατρίδας θα πρέπει να ακολουθήσουν τους δικούς τους ρυθμούς εξέλιξης.  Προσπαθούν μάλιστα –καθόλου προς τιμήν τους– να φράξουν τον δρόμο σε όσους είχαν ήδη συνείδηση των τεκταινομένων, όπως εμείς, «καλώντας» μας να αναμένουμε τη δική τους «ωρίμανση».
Άλλοι καταλήγουν στην ίδια πρόταση, της αποστασιοποίησης, μέσα από μια αντίστροφη κίνηση, εκείνη μιας αβάσιμης και συχνά ψεύτικης αισιοδοξίας. «Όλα εν τέλει θα πάνε καλά, αφού περάσουμε και αυτή τη στενωπό. Ο ελληνισμός πέρασε και χειρότερα και αναγεννήθηκε εν τέλει». «Εξ άλλου, δεν βλέπετε και τις σχετικές θετικές κινήσεις που γίνονται στην επαρχία π.χ. και τις οποίες προβάλλετε και εσείς;» Μερικές φορές όμως αυτή η αισιοδοξία είναι χειρότερη από την κατάθλιψη των πρώτων. Διότι εδράζεται είτε σε μια στενή, υποκειμενικού χαρακτήρα, «ευρωστία της σαρκός» –που σε κάνει να τα βλέπεις όλα ωραία «διότι περνάς καλά»– είτε ακόμα και στην υποκρισία: Για να μην πάρω θέση, εξωραΐζω την πραγματικότητα. Και βέβαια, σε αυτό συμβάλλει και η γνωστή αίσθηση «αθανασίας» ενός πολύ παλιού, με πολυτάραχο βίο, λαού, «αφού αντέξαμε τόσα χρόνια, δεν πρόκειται να εξαφανιστούμε».
Η σύγχυση μεταξύ της ιδεολογικής προετοιμασίας και της άμεσης πολιτικής παρέμβασης, σε ό,τι  αφορά τη δική μας δραστηριότητα, εδράζεται όντως στο γεγονός ότι, τις δύο τελευταίες δεκαετίες, επιμείναμε ιδιαίτερα στην «ιδεολογική προετοιμασία», την οποία θεωρούσαμε απαραίτητη για οποιαδήποτε πιθανή ανάκαμψη του ελληνισμού. Εξ ου και η συστηματική δουλειά μας στην ιστορία και την ιδεολογική αποδόμηση του εθνομηδενισμού, η έκδοση του «ν. Λόγιου Ερμή» κ.λπ. Πάντως, παρ’ όλα ταύτα, συνεχίζαμε και την πολιτική μας δραστηριότητα πάνω σε κομβικά ζητήματα, όπως για την Κύπρο και το Σχέδιο Ανάν, την υπόθεση Ρεπούση, τον Οτσαλάν, τη Σερβία, την καταγγελία της Χρυσής Αυγής κ.λπ., ενώ παράλληλα εκδώσαμε και την πολιτική εφημερίδα «Ρήξη», το 2007. Στη δεκαετία του 2000, δημιουργήσαμε το πολιτικό κίνημα Άρδην, ενώ διεκδικήσαμε ήδη την ψήφο των πολιτών με δημοτικές κινήσεις σε μεγάλες πόλεις της χώρας και εκλέξαμε και δημοτικούς συμβούλους.
Και τα ιστορικά γεγονότα δεν σου επιτρέπουν να κινηθείς πάντα με βάση το ιδεολογικό και πολιτικό ημερολόγιο που έχεις επιλέξει ως ομάδα ή ως άτομο. Η επιτάχυνση της παρακμής του ελληνισμού μετά το 2010 –και ιδιαίτερα κατά τα δύο τελευταία χρόνια– υπήρξε τόσο σαρωτική ώστε πλέον δεν αφήνει κανένα περιθώριο για μια προνομιακή ενασχόληση με μια «δουλειά εμβάθυνσης και προετοιμασίας, για τις γενεές που θα ακολουθήσουν». Επειδή είμαστε πεπεισμένοι πως ο ελληνισμός αντιμετωπίζει κυριολεκτικώς μία κρίση ύπαρξης, δεν υπάρχει το ιστορικό περιθώριο για μια δουλειά μακράς διάρκειας χωρίς μια ταυτόχρονη άμεση κινητοποίηση για τη σωτηρία του. Διότι, πριν απ’ όλα, πρέπει να συνεχίσει να υπάρχει ο ελληνισμός. Δυστυχώς, σπορά και θερισμός ήρθαν εξαιρετικά κοντά, και όχι υπό τις ιδανικότερες συνθήκες. Σπέρνουμε αλλά και θερίζουμε σχεδόν ταυτόχρονα, από τον έστω λίγο σπόρο που είχαμε ήδη φυτέψει την προηγούμενη περίοδο.
Στους εφησυχάζοντες φίλους μας θα υπενθυμίσουμε πως ποτέ άλλοτε ο ελληνισμός, από την άποψη του συνόλου των μεγεθών του, –δημογραφία, οικονομική και πνευματική παραγωγή, ρόλος στο παγκόσμιο γίγνεσθαι–, δεν βρισκόταν σε κατώτερο σημείο απ’ ό,τι σήμερα, που κινδυνεύει να μην διαθέτει πλέον τα μεγέθη για την αναπαραγωγή του ως αυτόνομο ιστορικό υποκείμενο. Γιατί αν, επί παραδείγματι, μετά την Άλωση του 1453, χάσαμε και κράτος και πληθυσμούς, ωστόσο ο ελληνισμός παρέμενε αποφασιστικός πνευματικός παράγοντας για την ίδια τη δυτική Αναγέννηση και, μέχρι το 1922, αποτελούσε καθοριστικό οικονομικό και γεωπολιτικό παράγοντα της καθ’ ημάς Ανατολής, σε αντίθεση με τη σημερινή δραματική συρρίκνωση της παρουσίας μας.
Όσο για το ότι έχουμε ιστορία 3.000 ή 4.000 χρόνων, κανείς δεν έχει κερδίσει την ιστορική αθανασία, ιδιαίτερα αν βρίσκεται σε χώρο- γεωπολιτικό σταυροδρόμι, όπως ο δικός μας, όπου η παραμικρή υποχώρηση πληρώνεται με ακριβό αντίτιμο.
Επειγόμαστε, λοιπόν, για δύο βασικούς λόγους. Ο πρώτος και θεμελιωδέστερος είναι πως τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο ελληνισμός είναι προβλήματα ζωής ή θανάτου –άμεσα, στο ορατό μέλλον–, κατά συνέπεια δεν υπάρχουν μεγάλα περιθώρια αναμονής.
Ο δεύτερος αφορά στην ανάγκη να περιοριστούν οι «περιπέτειες» και οι συχνά επώδυνες παρακαμπτήριες οδοί μιας μακράς μετάβασης σε μια νέα περίοδο, οι οποίες μπορούν να την επιμηκύνουν τόσο πολύ ώστε να κινδυνεύει με ακύρωση. Βλέπουμε την ανάγκη συγκρότησης ενός πολιτικού πόλου διότι δεν επιθυμούμε η αναζήτηση του «εκσυγχρονισμού της παράδοσής» μας να περάσει πρώτα ή αποκλειστικά από τον Σώρρα ή τη Χρυσή Αυγή, όπως κινδυνεύει να συμβεί μετά την κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ και του αριστερόστροφου μηδενισμού. Θα πρέπει ήδη να έχει διαγραφεί με τη μεγαλύτερη δυνατή ευκρίνεια μια «ενάρετη» εκδοχή του «εκσυγχρονισμού της παράδοσής» μας, και αυτή μπορούμε εμείς να την διατυπώσουμε, τουλάχιστον στις διαγραμματικές της αρχές.
Επί πλέον, η παρουσία μας θα βοηθήσει καθοριστικά στην επιτάχυνση των διαδικασιών στο σύνολο του δημοκρατικού πατριωτικού χώρου και της ελληνικής κοινωνίας συνολικά, ακόμα και για εκείνους που θεωρούν πως «επισπεύδουμε» υπερβολικά. Γι’ αυτό, για πολλοστή φορά μετά το 1990, υποχρεωθήκαμε να αναπροσανατολίσουμε τις προτεραιότητές μας και να αναβαθμίσουμε και πάλι –για όσο χρονικό διάστημα χρειαστεί– την πολιτική παράμετρο μιας δραστηριότητας που πάντα τη θέλαμε συνθετική.
Πνευματική ή πολιτική δραστηριότητα λοιπόν;
Και θα θέλαμε να θέσουμε ένα ερώτημα σε όσους επικροτούν το πνευματικό έργο και τη συνολική πνευματική/πολιτισμική δραστηριότητα του Άρδην, αλλά αρνούνται την πολιτική της διάσταση: μήπως, άραγε, το γεγονός ότι για πενήντα χρόνια συνεχίζεται αυτή η πνευματική δραστηριότητα έχει κάποια σχέση με το ότι ήταν διαρκώς συνδεδεμένη με μια εξόχως πολιτική μέριμνα; Γιατί, αντίθετα, άνθρωποι με τους οποίους έχουμε πολλές φορές συμπορευτεί, και με σπουδαία παραγωγή σε επιμέρους τομείς, έφθασαν να στηρίξουν τον Γιωργάκη Παπανδρέου, τον Κώστα Σημίτη, τον Αντώνη Σαμαρά και τον Αλέξη Τσίπρα, ενώ εμείς ποτέ δεν υποταχθήκαμε στις «σημαίες τις φοβερές της εξουσίας;» Δεν αναρωτιούνται μήπως η καθαρότητα και η ευκρίνεια της ιδεολογικής και πνευματικής παραγωγής του Άρδην συνδέεται με τη απελπισμένη κάποτε προσπάθειά μας να μείνουμε κοντά στις πολιτικές ανησυχίες και τα άμεσα προβλήματα του λαού;
 Γιατί, άραγε, μόνο εμείς κατορθώσαμε, από την παλιά εξωκοινοβουλευτική αριστερά, να φθάσουμε στη σημερινή θέση μας για την ανάγκη υπέρβασης αριστεράς και δεξιάς και στην καταγγελία του συνόλου των ελίτ της χώρας; Μήπως γιατί η ενασχόλησή μας με την πολιτική δραστηριότητα, έξω και πέρα από κόμματα και θεσμούς της μεταπολίτευσης, μας έδωσε ακριβώς τη δυνατότητα να μπορούμε να βλέπουμε με ανοικτά μάτια την πραγματικότητα και στο πνευματικό και ιδεολογικό πεδίο;
Μήπως αυτή, η κατ’ εξοχήν πολιτική μέριμνα, μας έδωσε τη δυνατότητα να προσεγγίσουμε π.χ. την ορθοδοξία και την παράδοση της χώρας, χωρίς ποτέ να ταυτιστούμε με εν πολλοίς αλλοτριωμένους θεσμούς, ή να εγκλωβιστούμε στην παράδοση;  Μήπως αυτή μας επέτρεψε να συγκρουστούμε μετωπικά –και νικηφόρα πιστεύουμε– με τον εθνομηδενισμό και την αποδομητική ιδεολογία, στον χώρο της ιστορίας; Μήπως αυτή δεν μας έκανε να «ανακαλύψουμε» έναν στοχαστή σαν τον Κώστα Παπαϊωάννου, κ.λπ.
Εν κατακλείδι, μετά από μια πορεία, για την ορθότητα της οποίας πολλές φορές αναρωτηθήκαμε, και μετά από κυριολεκτικά εναγώνιες αναρωτήσεις για το δέον γενέσθαι επί πολλά χρόνια, συμβιβαστήκαμε στο τέλος με την «ιδιοπροσωπία» μας. Καταλήξαμε στο συμπέρασμα πως κάθε υποκείμενο, ατομικό ή συλλογικό, πρέπει να ακολουθεί το «δαιμόνιό» του, όπως διακήρυσσε ο Σωκράτης. Κάθε συλλογικό υποκείμενο αποτελεί μια ολότητα. Εάν προσπαθήσεις να αποκόψεις κάποιες από τις βασικές του πλευρές, συρρικνώνεται και αλλοιώνεται συνολικά.
Την αποστασία των διανοουμένων και των ελίτ μπορέσαμε να την διακρίνουμε όχι μόνο γιατί δεν ενταχθήκαμε ποτέ σε αυτές αλλά διότι, παράλληλα, μέσα από μια δημόσια και πολιτική παρέμβαση, μπήκαμε και στον κόπο να τις αποκαλύψουμε συστηματικά. (Διότι, βέβαια, δεν πιστεύουμε πως μόνο εμείς, του Άρδην, έχουμε διακρίνει την αποστασία των ελίτ· εκατομμύρια άνθρωποι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, την διακρίνουν ή την διαισθάνονται. Αν έχουμε κάποια ιδιαιτερότητα, αυτή βρίσκεται στο ότι είμαστε από τους λίγους που πασχίζουν με συστηματικό και συνθετικό τρόπο να την αποκαλύψουν και να οικοδομήσουν μια νέα πρόταση στο υψηλό αλλά και στο λαϊκό πεδίο).
Κατά συνέπεια, σήμερα, δυστυχώς –δυστυχώς, διότι η χώρα μας κατέρχεται καθημερινά και επιταχυνόμενα προς την ιστορική εξαφάνιση–, δεν υπάρχει περιθώριο για ντιλεταντισμούς και αποστασιοποιήσεις, ούτε για ψευδείς αισιοδοξίες, που αποτελούν ένα ακόμα άλλοθι για απραξία και «αναμονή».  Για να μην κοροϊδευόμαστε, φίλε Γ., φίλε Δ., φίλε Λ., φίλε Χ., φίλε Π., φίλε Ρ.,  φίλε Σ., φίλε και φίλη…, «υποκριτή αδελφέ μου», θα πάρεις επιτέλους θέση ανοικτή και ξεκάθαρη, έτσι ώστε τουλάχιστον να απελευθερωθείς από όποια ενοχή αισθάνεσαι, διότι στήριξες αυτό το ανοσιούργημα, ή θα συνεχίσεις το παιγνίδι της απόκρυψης που σε οδηγεί στην απόλυτη ακινησία και επιτρέπει την ανάπτυξη δηλητηριωδών ζιζανίων;
Εξάλλου, καθόσον κατεβαίνει το επίπεδο του προβληματισμού και της αντιπαράθεσης στη χώρα, καθόσον κατεβαίνει κατηγορία η χώρα μας και οδηγείται στη μεταβολή της σε ένα «αποτυχημένο κράτος», τόσο κατεβαίνει και το δικό μας επίπεδο. Μια χώρα σε παρακμή δεν μπορεί στο τέλος παρά να πνίξει στην ασημαντότητα και στις άναρθρες κραυγές ακόμα και όσους την καταγγέλλουν.
Γι’ αυτό, λοιπόν, είναι η ώρα, ιδιαίτερα για όλους όσους έχουν θητεύσει στα κινήματα του νεώτερου ελληνισμού, από την αντίσταση στους Γερμανούς μέχρι τους πρόσφατους αντιμνημονιακούς αγώνες, να κάνουν, έστω τώρα, την ύστατη στιγμή, το αναγκαίο βήμα. Διαφορετικά, θα είναι υπεύθυνοι όχι μόνο για τη συγκυβέρνηση της αριστερής διανόησης με τον Λεβέντη, αλλά και για την είσοδο του Αρτέμη Σώρρα στη Βουλή!
Τα λοιπά, οι μεμψιμοιρίες, οι διαφωνίες, οι «κριτικές στηρίξεις», είναι προφάσεις εν αμαρτίαις. Αν και τώρα μηδίσετε, θα αναδειχτούν εν τέλει –έστω και πιο επίπονα, και από δρόμους σκολιούς–, από τους «ανώνυμους» συμπολίτες μας, οι δυνάμεις που θα ακυρώσουν τελεσίδικα την σημερινή κυβερνητική αθλιότητα. Θα ακυρώσουν ταυτόχρονα και εσάς, που δεν αντισταθήκατε, αλλά δια της συνενοχής και των παραλείψεων, φυλακισμένοι «μέσα στην ευρωστία της σαρκός» και τη δειλία σας, φέρατε τους μαφιόζους στην εξουσία. Εμπρός λοιπόν, μετά τον Βαρουφάκη, τον οποίο αναδείξατε πρώτο βουλευτή της χώρας, με τον Λεβέντη για Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης και τον Σώρρα για υπουργό Οικονομικών!

Ιστορικό σεμινάριο για το ριζοσπαστικό κίνημα των Επτανήσων, Αθήνα 23/6/2016

Το Άρδην διοργανώνει
στον χώρο πολιτικής και πολιτισμού Ρήγας Βελεστινλής, Ξενοφώντος 4, 6ος όροφος - Πλ. Συντάγματος (Αθήνα)
την Πέμπτη 23 Ιουνίου  2016 και ώρα 19.30΄
ιστορικό σεμινάριο με θέμα:
Το ριζοσπαστικό κίνημα των Επτανήσων:
Η σύνθεση που λείπει
με εισηγητή τον κοινωνιολόγο Δημήτρη Ναπ. Γιαννάτο
 

Κυκλοφορεί το νέο φύλλο της εφημερίδας ΡΗΞΗ


Ξεκουμπιστείτε

Του Γιώργου Καραμπελιά* αναδημοσίευση από την ιστοσελίδα liberal.gr
 
Αυτή την περίοδο εκτυλίσσεται ένας διάλογος στα ΜΜΕ και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με αφορμή μια συγκέντρωση υπό τον τίτλο «παραιτηθείτε που καλείται την 15η Ιουνίου στο Σύνταγμα.
Η συζήτηση, δυστυχώς, όπως συχνά συμβαίνει στις ελίτ και στις ψευδοελίτ της παράγκας Ελλάδα, δεν διεξάγεται γύρω από το πραγματικό ερώτημα «πρέπει άραγε να παραιτηθούν», αλλά έχει μετατεθεί περισσότερο στο «ποιος καλεί» και με ποιες προθέσεις σε αυτή τη συγκέντρωση.
Όμως, το ζήτημα είναι καθαρό:
Εάν κανείς πιστεύει πως πρέπει όντως να παραιτηθεί το συντομότερο δυνατό αυτή η κυβέρνηση, δραστηριοποιείται προς αυτήν την κατεύθυνση, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Και αυτό το κάνει έστω και εάν δεν συμφωνεί με τα συνθήματα και την φρασεολογία του συγκεκριμένου καλέσματος – οπότε αναπτύσσει άλλες δικές του αυτόνομες δράσεις.
Εάν θεωρεί, αντίθετα, πως το αίτημα είναι λανθασμένο κάθε κινητοποίηση με αυτό ως προμετωπίδα θα πρέπει να αποκλείεται.
Ως προς την ουσία του ζητήματος, ο συγγραφέας αυτού του άρθρου, πολύ πριν ανέλθει στην προεδρία της Ν.Δ. ο Κυριάκος Μητσοτάκης, από τις… 15 Μαΐου του 2015, είχε εκφράσει το ανάλογο αίτημα σε άρθρο με τον τίτλο «καιρός να φεύγουν», άρθρο που συνάντησε τότε πολύ μεγάλες αντιδράσεις σε όλον τον «αντιμνημονιακό χώρο». Και αυτό διότι τα δείγματα γραφής αυτής της κυβέρνησης τυχοδιωκτών και ανικάνων, (τότε συμπεριλάμβανε και τους ιδεοληπτικούς) ήταν ήδη αρκετά. Έγραφα λοιπόν: «Ο ανίκανος νεανίσκος, από καθυστέρηση σε καθυστέρηση, οδηγεί τα πράγματα στα άκρα… Όσο για το κυβερνητικό έργο, αυτό περιορίζεται σε νομοσχέδια για τις φυλακές, για την ιθαγένεια, για το τζαμί, για την κατεδάφιση της εκπαίδευσης, και στις παράτες της ναπολεόντειας Ζωής στο κοινοβούλιο… Μέσα από την αδυναμία να κάνουν οποιαδήποτε επιλογή, τέσσερις μήνες μετά την άνοδο της κυβέρνησής τους, μας οδηγούν στο απόλυτο αδιέξοδο και, πλέον, επειδή δεν μπορούν ούτε να υπογράψουν μία λύση, που θα γίνεται όλο και πιο δρακόντεια σε βάρος της Ελλάδας, ούτε να επιλέξουν κάποια φανταστική ρήξη, που οδηγεί απλώς σε μεγαλύτερη καταστροφή της χώρας, παρατηρούν τις μέρες και τις προθεσμίες να περνούν, φτάνοντας πλέον στο μηδενισμό του κοντέρ. Τι μπορούν και τι πρέπει να κάνουν; Να τα μαζεύουν και να του δίνουν το ταχύτερο δυνατό».
 
Ήδη λοιπόν από πέρυσι την άνοιξη θεωρούσα την παραμονή αυτής της κυβέρνησης καταστροφική και επικίνδυνη για τη χώρα. Και μάλιστα, πριν από το δημοψήφισμα, τα capitals control, την διάλυση του τραπεζικού συστήματος, και το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας που ακολούθησε. Από δε το καλοκαίρι του 2015 χαρακτηρίζω τη συγκεκριμένη κυβέρνηση ως τη χειρότερη κυβέρνηση της μεταπολίτευσης, που συγκρίνεται μόνο με την κυβέρνηση Ιωαννίδη που κατέστρεψε την Κύπρο. (Βλέπε το βιβλίο μου, «6 μήνες που συγκλόνισαν την Ελλάδα», Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αύγουστος 2015) Επιμένω λοιπόν σταθερά, συστηματικά, ίσως και βαρετά κάποτε, να επαναλαμβάνω το: Σύριζα Ανελ, delenda esse.
 
Εάν όντως συμμερίζεται κανείς αυτήν την εκτίμηση, την οποία ο Αλέκος Αλαβάνος την πήγε ακόμα πιο πέρα, χαρακτηρίζοντας την παρούσα κυβέρνηση ως χειρότερη από εκείνη του Παπαδόπουλου και του Μεταξά, τότε δεν υπάρχει κανένα δίλημμα. Αυτή η κυβέρνηση βλάπτει εξόχως τον τόπο και θα πρέπει να απομακρυνθεί.
Όσο για το ερώτημα που κουτοπόνηρα τίθεται από διάφορους κρυπτοσυριζαίους, ή στην καλύτερη περίπτωση αφελείς, «και τι θα γίνει μετά;» αποτελεί ένα ερώτημα εκ του πονηρού. Πρώτον διότι έτσι, παραπέμπει στα γνωστά διχαστικά σύνδρομα, του τύπου «θέλετε να έρθει ο Μητσοτάκης», που διαιωνίζουν μια εμφυλιοπολεμική αντίληψη – άραγε στο παρελθόν όταν κριτικάραμε τον Σαμαρά, θέλαμε να έρθει ο Σύριζα; Δεύτερον, επειδή το αίτημα «να φύγουν» είναι ήδη πλειοψηφικό στην ελληνική κοινωνία, όποιος αναλαμβάνει να το εκφράσει, κερδίζει πολιτικά και μπορεί και να το εκμεταλλευτεί.
Όταν λοιπόν, οι αντιπολιτευόμενοι τον Σύριζα τόσο από την «κεντροαριστερά» όσο και κυρίως από την εκτός Σύριζα αριστερά, αρνούνται να θέσουν αυτό το αίτημα ευθαρσώς και χωρίς περιστροφές στον ελληνικό λαό, τότε εκ των πραγμάτων ευνοούν όντως τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Διότι όταν μία κυβέρνηση έχει απολέσει την λαϊκή συναίνεση και οι πολιτικές δυνάμεις αρνούνται να το εκφράσουν τότε, το λαϊκό αίτημα θα κατευθυνθεί σε εκείνον που το αναλαμβάνει.
Το ΠΑΣΟΚ, το Ποτάμι, το ΚΚΕ, η ΛΑΕ, ακόμα και η Ζωή Κωνσταντοπούλου, αρνούνται να θέσουν ως αίτημα την άμεση απομάκρυνση αυτής της εθνοκτόνας και λαοκτόνας κυβέρνησης. Αυτό καταδεικνύει πρώτον τις υπόγειες αλλά ισχυρότατες ιδεολογικές διασυνδέσεις τους με την «κυβερνώσα αριστερά», («αν ρίξουμε την κυβέρνηση θα έρθει ο Μητσοτάκης»), όσο και την πολιτική τους ανικανότητα. Αντί με το αίτημα «παραιτηθείτε και γρήγορα» να δραστηριοποιηθούν τα αριστερά κόμματα που έχουν και μεγαλύτερη δυνατότητα κινητοποίησης και να δημιουργήσουν μια νέα πλατεία «αγανακτισμένων» απέναντι στην κυβέρνηση Σύριζα Ανελ, το εγκαταλείπουν. Και μάλιστα αφήνουν το αίτημα αυτό να το εκφράζουν άνθρωποι που στο κάλεσμά τους χαρακτηρίζουν «εθνολαϊκιστική»(sic!) την κυβέρνηση, αντί να την χαρακτηρίζουν ολετήρα της εθνικής κυριαρχίας.
Ο Σύριζα από την πλευρά του σε μια κουτοπόνηρη τακτική που πατάει ακριβώς σε αυτές τις ελλείψεις της αριστεράς και της κεντροαριστεράς, προσπαθεί να προβάλλει ως αποκλειστικό διακύβευμα το, «Σύριζα ή Ν.Δ.» ταυτίζοντας το αίτημα «Παραιτηθείτε» με τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Άδωνη Γεωργιάδη. Ωστόσο μια τέτοια πολιτική έχει κοντά ποδάρια. Διότι όταν στην κοινωνία φουντώνει η αγανάκτηση ενάντια στην κυβέρνηση (χαρακτηριστικό το τι συνέβη στην Ιεράπετρα με τον Πολάκη) τότε όσο και να λειτουργήσουν τα τόσο βαθιά ριζωμένα αντιδεξιά ή αντιμητσοτακικά σύνδρομα, εν τέλει, αναπόφευκτα, ένα μεγάλο τμήμα του κόσμου που αυτή τη στιγμή εισπράττει κατακέφαλα, φόρους, ΕΝΦΙΑ, μείωση συντάξεων, αύξηση του ΦΠΑ, προσφυγικό κ.λπ. θα στραφεί, θέλοντας και μη προς την Ν.Δ.
Ο Σύριζα απλώς, ελπίζει πως θα παραμείνει έτσι ο δεύτερος πόλος του πολιτικού συστήματος, μια και οι εν δυνάμει αντίπαλοί του, τόσο της κεντροαριστεράς, όσο και της αντικυβερνητικής αριστεράς, αποδεικνύονται ανίκανοι να εκφράσουν την λαϊκή αγανάκτηση.
Κατά συνέπεια λοιπόν, όσοι συμφωνούν με την ανάγκη της άμεσης απομάκρυνσης αυτής της κυβέρνησης, πρέπει να κινητοποιηθούν με όλους τους τρόπους, για να γίνει αυτό δυνατόν το συντομότερο, διότι κάθε ημέρα τους στην εξουσία είναι καταστροφική. Ας μη κρύβονται πίσω από επιχειρήματα του τύπου «ποιος το λέει, ποιος τον συμφέρει» και άλλα ηχηρά παρόμοια. Η απάντηση είναι απλή. Συμφέρει όλους τους Έλληνες, εκτός από μία μικρή κλίκα που βρίσκεται στην εξουσία και κατά συνέπεια θα πρέπει να το διεκδικούν και να το διακηρύσσουν όλοι οι Έλληνες και όλες οι πολιτικές δυνάμεις, έστω και εάν το κάνει καθένας με τον τρόπο του και από τη σκοπιά του.
 
*Ο Γιώργος Καραμπελιάς είναι συγγραφέας και εκδότης του περιοδικού «Άρδην» και της εφημερίδας «Ρήξη».

Η Δευτέρα Παρουσία της Πρώτης Φοράς Αριστεράς

Η Δευτέρα Παρουσία της Πρώτης Φοράς Αριστεράς

Σπουδαία αρχαιολογική ανακάλυψη!
 
Μετά από πολυετείς ανασκαφές, εντοπίστηκαν οι πανάρχαιες κατακόμβες των Πρωτοαριστερών στην Αίγινα, όπου είχαν καταφύγει για να γλιτώσουν τους διωγμούς του Ρωμαίου Αυτοκράτορα Κουλη-γούλα. Τις κατακόμβες κοσμεί μια περίεργη τοιχογραφία εσχατολογικού περιεχομένου, την οποία και παραθέτουμε. Oι αρχαιολόγοι ψάχνουν ακόμα να βρουν το νόημα της περίτεχνης αυτής εικόνας…
εφημερίδα Ρήξη, φ. 123, Μάιος 2016
www.psorokostena.gr

Ανεξάρτητη Δημοκρατική Πατριωτική Κίνηση Εκπαιδευτικών (Τελική διακήρυξη)

Ολοήμερα σχολεία σε αποδρομή

Η «ταξική» εξίσωση του Φίλη, που οδηγεί σε μεγαλύτερη κοινωνική ανισότητα
του Δημήτρη Ναπ. Γιαννάτου 
Ο «εξορθολογισμός» ως πολιτική της κυβέρνησης, που ως αντιπολίτευση εννοούσε την λέξη ως νεοφιλελεύθερη απορρύθμιση, εφαρμόζεται με δήθεν ταξικό και προοδευτικό πρόσημο στα Δημοτικά σχολεία, μέσα από το Ενιαίο Τύπο Δημοτικού Σχολείου.
Το ολοήμερο σχολείο καταργείται, και οι τυχοδιωκτικές πιρουέτες και τα μαγειρέματα του Φίλη, θα οδηγήσουν σε «εξοικονόμηση» και σε μετακίνηση δασκάλων και εκπαιδευτικών ειδικοτήτων, ώστε να καλυφθούν κενά, σε Γυμνάσια και Λύκεια. Οι προεκλογικές υποσχέσεις και οι υπαρκτές ανάγκες, για τις προσλήψεις αναπληρωτών, οδήγησαν ήδη στην δαπάνη 160 εκατομμύριων ευρώ από τις πιστώσεις του ΕΣΠΑ έως το 2020 και απομένουν 190 εκατομμύρια για την υπόλοιπη περίοδο. Η κατάργηση του ολοήμερου σχολείου φαίνεται να προσθέτει περίπου 3000 εκπαιδευτικούς, σε μια στιγμή που υπάρχει ανάγκη πρόσληψης μόνιμων εκπαιδευτικών για να μην κλείσουν σχολεία, σύμφωνα και με τον υφυπουργό κο Πελεγρίνη
Έτσι, με το νέο σχολείο, κατά μία ώρα μειώνονται σε Α΄-Β΄ τάξεις, η διδασκαλία Ελληνικών και Μουσικής, σε Γ΄-Δ΄ η Μελέτη Περιβάλλοντος, σε Ε΄-ΣΤ΄ τα Θρησκευτικά και η Θεατρική Αγωγή, σε Γ΄-Δ΄-Ε΄-ΣΤ΄ η Πληροφορική. Οι μαθητές θα μπορούν να γευματίζουν (1:20 -2:00 μμ), να μελετούν (2:15 – 3:00 μμ) και «απασχολούνται» δημιουργικά (3:15 – 4:00 μμ).
Η πρωινή ζώνη (7:00-8:00 μμ) καταργείται, ενώ τη θέση του υπεύθυνου του ολοήμερου σχολείου θα αναλαμβάνουν εκ περιτροπής οι εκπαιδευτικοί ανάλογα με το πρόγραμμά τους. Επιπλέον, ο σύλλογος διδασκόντων θα ορίζει ποιοι θα εργάζονται στο ολοήμερο με βάση τις ώρες που πρέπει να συμπληρώσουν οι εκπαιδευτικοί για να καλύψουν το ωράριό τους. Έτσι, αφαιρείται η κεντρική συνεκτική εκπαιδευτική λογική του σχολείου βάσει διοικητικών αναγκών.
Και βέβαια το καθοριστικό στοιχείο κατάργησης του ολοήμερου σχολείου είναι η προϋπόθεση «στο ολοήμερο πρόγραμμα να γράφονται και να φοιτούν οι μαθητές των οποίων και οι δύο γονείς είναι εργαζόμενοι, προσκομίζοντας σχετική βεβαίωση του φορέα εργασίας τους». Για την σύσταση ολοήμερου σχολείου, απαιτείται ελάχιστος αριθμός 14 μαθητών, των οποίων και οι δύο γονείς πρέπει προσκομίζουν βεβαίωση ότι εργάζονται. Το γεγονός αυτό θα πλήξει ιδιαίτερα τα σχολεία με λίγους μαθητές, ενώ κοινωνικά, ιδιαίτερα στις λαϊκές οικογένειες, είναι σπάνιο πια να υπάρχουν δύο εργαζόμενοι γονείς και μάλιστα ασφαλισμένοι, ώστε να προσκομίσουν βεβαιώσεις εργασίας. Είναι βέβαιο, ότι η κυβέρνηση πιστεύει σοβαρά, την… διακήρυξη του Πρωθυπουργού, ότι η Ανάσταση της ανάπτυξης θα έρθει με την θρησκευτική Ανάσταση και γι’ αυτό, το 30% ανεργίας στην χώρα, η ελαστική, η εκ περιτροπής και η μαύρη εργασία, δεν θεωρούνται εμπόδια για τη λειτουργία του ολοήμερου σχολείου. Επίσης, φήμες που θέλουν την κυβέρνηση να προτείνει το μέτρο αυτό, ώστε να τονωθεί ο κοινοτικός θεσμός των γιαγιάδων και της οικογένειας, φροντίζοντας τα παιδιά που δεν θα δικαιούνται το ολοήμερο σχολείο, είναι ανυπόστατες!
Σοβαρά τώρα. Η νεοφιλελεύθερη αποικιοποίηση της χώρας, η εμπέδωση της γκλομπαλιστικής εκπαίδευσης της αμάθειας, η διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και η συνολική αποδόμηση συλλογικών δημοσίων θεσμών, συναντά την ιδεοληψία, τον τυχοδιωκτισμό και την τσαπατσουλιά του ΣΥΡΙΖΑ. Η μεγαλύτερη ταξικότητα και ανισότητα στην παιδεία, θα προκύψει μέσα από οργουελικές φράσεις για κοινωνική εκπαιδευτική ισότητα, όπως διακηρύττει ο Φίλης.
Τα ολοήμερο σχολείο που υπήρχε δεν ήταν το ιδανικό, πιο πολύ επειδή εφαρμόζεται εντός πλαισίου που συστηματικά προωθεί το φτηνό και υποβαθμισμένο «σχολείο της αμάθειας. Με αρχές ενός ουδέτερου παγκοσμιοποιημένου πλανήτη, με διακηρύξεις δήθεν εναλλακτικών και μοντέρνων μεθόδων παιδαγωγικής. Παρόλα αυτά αποτελούσε μια βάση, που ενσωμάτωνε κάποια στοιχεία ενιαίου σχολείου, και τα οποία μια πνευματική και η αξιακή αλλαγή του πλαισίου, θα μπορούσε να το διαμορφώσει σε πραγματικά κοινοτικό και δημόσιο.
Με το «νέο» σχολείο, όμως, προκύπτουν τα παρακάτω, «επαναστατικά» προτάγματα:
– Εξασφαλίζει άνισες ευκαιρίες, καθώς αφορά σχολεία μεγαλύτερα από 4θεσια, αλλά και παιδιά των οποίων εργάζονται και οι δυο γονείς. Επίσης, η μείωση και η συρρίκνωση της μελέτης, η υποβάθμιση διδακτικών αντικειμένων, όπως οι ξένες γλώσσες και η πληροφορική, πλήττουν τα φτωχότερα παιδιά, αποδομούν τον κοινωνικό χαρακτήρα της εκπαίδευσης, ενώ ενισχύουν την ιδιωτική φροντιστηριακή εκπαίδευση.
– Δημιουργεί σχολείο διαφορετικών ταχυτήτων, όχι από επιστημονική ανάγκη ή εξειδίκευση, αλλά επειδή προσαρμόζει τη λειτουργία του σχολείου σύμφωνα με το διαθέσιμο προσωπικό, αποφεύγοντας να αντιμετωπίσει το μεγάλο πρόβλημα των κενών σε εκπαιδευτικό προσωπικό για την διεύρυνση και ανάπτυξη ενός αναβαθμισμένου ενιαίου σχολείου. Παράλληλα, χιλιάδες αναπληρωτές ειδικοτήτων θα χάσουν την δουλειά τους, καθώς σύμφωνα με το Υπουργείο, το επόμενο σχολικό έτος θα προσληφθούν 7000 λιγότεροι αναπληρωτές ειδικοτήτων.
Για άλλη μια φορά, ο ΣΥΡΙΖΑ βαφτίζει το κρέας, ψάρι και εφαρμόζει το δημοσιονομικό μνημόνιο, δήθεν προς χάριν των αδυνάτων, με την περισσή υποκρισία που τον διακατέχει. Το γεγονός, ότι ο εξορθολογισμός και η ενίσχυση του σχολείου θα μπορούσε να προκύψει με επιλογές, όπως, η καλύτερη κατανομή δασκάλων, η άρση των αποσπάσεων και των μετατάξεων, η εξοικονόμηση πόρων από την ενοικίαση κτηρίων που δίνει το κράτος, ενώ υπάρχουν πολλά άδεια κρατικά κτίρια ή δίνοντας στην παιδεία, τις μισθολογικές προσαρμογές των Δημοσίων Υπαλλήλων και των ειδικών συμβούλων και συνεργατών που ψηφίστηκαν πρόσφατα, κ.α, εξηγείται τόσο από την έλλειψη οράματος, όσο και από την τυχοδιωκτική και εξουσιαστική αλαζονεία των χρήσιμων «αριστερών».
Το δημοκρατικά, ενιαίο κοινωνικό σχολείο δεν θα προκύψει με τα περισσεύματα και την «επαναστατική» κοπτοραπτική.
Ενιαίο είναι το σχολείο που εμπεριέχει και δεν αποκλείει. Για να το πετύχεις, όμως πέρα από χρήματα, χρειάζεται να έχεις συνολική και συλλογική αφήγηση για τον τόπο μας και κάτι τέτοιο δεν περισσεύει στην καταστροφική παρέα του Μαξίμου.