«Μπουταρισμός», η πιο εκλεπτυσμένη πολιτική της «Αποικίας Χρέους»

Γράφει ο Γ. Ρακκάς,  αναδημοσίευση από την ιστοσελίδα της Δημοτικής Κίνησης “Μένουμε Θεσσαλονίκη”

Ο «Μπουταρισμός» αποτελεί ένα νέο στυλ δημοτικής διακυβέρνησης που ξεπηδάει μέσα από τις ειδικές συνθήκες μεταβολής της χώρας σε «αποικία χρέους» που ισχύουν την τελευταία πενταετία. Τα κυριότερα χαρακτηριστικά του είναι τα εξής:

Πετυχημένος επιχειρηματίας, και παράγοντας της περίφημης «Κοινωνικής Οικονομίας» (ΜΚΟ) ο ίδιος, ηγείται μιας παράταξης επιχειρηματιών, τεχνοκρατών, διανοουμένων. Συγκολλητική τους ουσία ένας ακραίος κοσμοπολίτικος φιλελευθερισμός του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου που μιλάει τη γλώσσα των «μπίζνες». Το αποτέλεσμα; Διαμορφώνεται ένα μοντέλο «Δήμου-Επιχειρηματία» που εκχωρεί τα πάντα σε εργολαβίες, που εμπορευματοποιεί κάθε σπιθαμή δημόσιου χώρου, που συναινεί στο ακραίο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων του ΤΑΙΠΕΔ.

Με κορωνίδα τον «κοσμπολιτισμό» και την «διεθνοποίηση» της Θεσσαλονίκης την μεταβάλει σε παράρτημα των μεγάλων γεωπολιτικών αξόνων που αξιώνουν τον έλεγχο της Βαλκανικής.  Εξ ου και ο πρωταγωνιστικός ρόλος που παίζει στον «διοικητικό ιμπεριαλισμό» της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής, δηλαδή στην ελληνογερμανική συνέλευση συνεργασίας που αφορά στην ελληνική τοπική αυτοδιοίκηση. Και γι’ αυτό η σπουδή του να μεταβάλει την Θεσσαλονίκη σε τουριστικό, οικονομικό και πολιτιστικό παράρτημα της Κωνσταντινούπολης, από κοινού με το τουρκικό κράτος και την νέα επιχειρηματική ελίτ του Ερντογάν, οι οποίοι αξιώνουν την εγκαθίδρυση μιας τουρκικής σφαίρας επιρροής στα εδάφη της πάλαι ποτέ Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αντίθετα, υποβαθμίζει πλήρως τις (ιστορικές) σχέσεις της πόλης με τους Βαλκανικούς λαούς, και την Ανατολική Ευρώπη –ένα πεδίο το οποίο εξασφαλίζει σαφέστατα πιο ισότιμες σχέσεις και δημιουργεί αντισυσπειρώσεις στην κοινή προσπάθεια του Ευρωατλαντισμού με την Τουρκία να μεταβάλουν τα Βαλκάνια σε συγκυριαρχούμενο χώρο.

Τέλος, συμμετέχει στην «εργαλειοποίηση της μνήμης» του Ολοκαυτώματος και συναινεί στην μεταβολή του σε ιδεολογικό άλλοθι για την γενοκτονία που διαπράττει το ισραηλινό κράτος εναντίον του Παλαιστινιακού λαού.

Με σύνθημα το «εύκολο κέρδος» και άλλοθι ένα ελευθεριακό λάιφ στάιλ της ηδονιστικής κατανάλωσης ποντάρει στην ολοκληρωτική παρασιτοποίηση της Θεσσαλονίκης, μέσω της ακραίας τουριστικοποίησης της οικονομίας της. Το αποτέλεσμα; Ο εργασιακός ζόφος της κατάργησης της Κυριακάτικης αργίας, της απασχολησιμότητας, και βέβαια η τεράστια ανεργία που προκαλεί η παραγωγική αποτελμάτωση της ευρύτερης περιοχής. Ως απάντηση στην τελευταία, προωθεί, μαζί με την κυβέρνηση, τα δίκτυα απομύζησης εγκεφάλων και εργατικών χεριών που έχει εγκαθιδρύσει η «Γερμανική Ευρώπη» στην χώρα μας, και σε ολάκερο τον ευρωπαϊκό Νότο.

Με μια «οικειότητα» ως προς τα ΜΜΕ, δημιουργεί όρους παράκαμψης των θεσμών, των μορφών διαβούλευσης, του δημόσιου διαλόγου και εισάγει τα ήθη μιας μηντιακής διακυβέρνησης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η πρόσφατη 180ο στροφή του στο ζήτημα της πώλησης του λιμανιού: Προεκλογικά τοποθετήθηκε αναφανδόν εναντίον, για να διολισθήσει κατά τα τέλη Αυγούστου σ’ ένα «όχι μεν, αλλά» κατά την διάρκεια μιας συνέντευξής του στην εφημερίδα Μακεδονία. Εν τέλει το «όχι μεν αλλά» μεταβλήθηκε στο απροκάλυπτο «στηρίζω την πολιτική της κυβέρνησης» που ειπώθηκε κατά την τηλεοπτική του εμφάνιση στην TV 100, με τον γραμματέα της ΝΔ, Α. Παπαμιμίκο. Μια λεπτομέρεια; Η παράταξή του έχει διατυπώσει διαφορετική άποψη, το ίδιο και το δημοτικό συμβούλιο της πόλης. Ψιλά γράμματα, όμως, για έναν δήμαρχο που ασκεί πολιτική μέσω της… επικοινωνίας.

Τέλος, δεν μπορούμε παρά να μην αναφερθούμε στις ολιγαρχικές ενδείξεις που φέρει μέσα της η ίδια η άνοδος και η επικράτηση του Μπουταρισμού: Πλασάρεται και προωθείται ως «καταλληλότερος», αφού έχει κερδίσει δύο απανωτές αναμετρήσεις, υπό συνθήκες όμως ακραίας αποχής (της τάξης του 40%). Διαμορφώνονται έτσι στην πόλη δύο κόσμοι, με τον έναν να τελεί αόρατος, φτωχοποιημένος, αποξενωμένος από το πολιτικό σκηνικό –ο κόσμος στον οποίον ο Μπουτάρης είναι ακραία αντιδημοφιλής και εισπράττει διαρκώς την λοιδορία του («χωριάτες» κ.λ.π.). Στον αντίποδα, εκεί που όντως είναι δημοφιλής και κυρίαρχος ο Μπουτάρης είναι μεταξύ των οικονομικών, διανοούμενων, μηντιακών, και πολιτικών ελίτ της πόλης. Τι πιο καλύτερη απόδειξη από το γεγονός ότι τον στήριξε αναφανδόν η κυβέρνηση στις προηγούμενες εκλογές – έμμεσα, αλλά αποφασιστικά, ακόμα και ο Αντώνης Σαμαράς, μεταβάλλοντας σε προσχηματική την υποψηφιότητα Καλαφάτη. Και ότι με κάθε ευκαιρία σπεύδει να υπερασπιστεί τον Ευάγγελο Βενιζέλο, έναν από τους πιο λαομίσητους πολιτικούς αυτής της χώρας, κατ εξοχήν συνδεδεμένος με την Θεσσαλονικιώτικη ολιγαρχία.

Ο «Μπουταρισμός» αποτελεί το νέο προσωπείο της «Αποικίας Χρέους» στην τοπική αυτοδιοίκηση. Κι εδώ, στην πόλη του Λευκού Πύργου, είναι που αποκτούν απόλυτη επικαιρότητα τα λόγια του ποιητή: «το ζήτημα πια έχει τεθεί: Ή θα εξακολουθούμε να γονατίζουμε όπως αυτός ο δραπέτης ή θα σηκώσουμε άλλον πύργο ατίθασο απέναντί τους» (Μιχ. Κατσαρός, ο Δούλος).

Κυκλοφορεί το νέο φύλλο της εφημ. Ρήξη (τ.107), Σεπτέμβριος 2014


Κοντός ψαλμός…

Ο Αντώνης Σαμαράς υπολόγιζε, με τη χρήση του Κουβέλη και του κόμματός του, καθώς και με κάμποσους «ανεξάρτητους», να συμπληρώσει τον μαγικό αριθμό 180 και να αποφύγει τις μοιραίες εκλογές. Ωστόσο οι «σύμμαχοι» μάλλον βουλιάζουν. Το κόμμα του Κουβέλη διαλύεται εις τα εξ ων συνετέθη και όσοι μεταξύ των βουλευτών του έχουν πιθανότητα εκλογής με τον Σύριζα (Πανούσης, Ξηροτύρη κ.λπ.) έχουν ήδη «σκαπετήσει». Παράλληλα, το ΠΑΣΟΚ διαλύεται μεταξύ Βενιζέλου, ΓΑΠ και… Λαλιώτη, ενώ το «Ποτάμι» μάλλον στερεύει. Η παλιά «κεντροαριστερά» δεν έχει πλέον κανένα μέλλον, γιατί τα κοινωνικά στρώματα που τη στήριζαν έχουν εκπτωχευθεί και στρέφονται στον Σύριζα.
Το σύστημα έχει ανάγκη από μια νέα «κεντροαριστερά» και μια νέα «κεντροδεξιά». Η πρώτη είναι υπό κατασκευήν, και το όνομα αυτής… Σύριζα, άσχετο αν πολλά μέλη και ψηφοφόροι του το αγνοούν ακόμα! Αλλά η νέα «κεντροδεξιά», που θα έπρεπε να κρατάει τα μπόσικα και να κυβερνάει, μέχρι να είναι έτοιμοι ο Τσίπρας και η Δούρου χωρίς τα «βαρίδια» του… Λαφαζάνη, και αφού θα έχει ολοκληρωθεί ο κύκλος του μνημονίου, απουσιάζει. Κατά συνέπεια αδιέξοδο. Γι’ αυτό και το σύστημα αποκτά όλο και περισσότερο μαφιόζικα χαρακτηριστικά. Εκβιασμοί, «εφοπλιστές», ανακατατάξεις στον έλεγχο των ΜΜΕ, επισκέψεις του ΣΔΟΕ σε βουλευτές και του… Τσίπρα στον ΣΔΟΕ, νυκτερινές συναντήσεις Μαρινάκη-Δούρου κ.ο.κ. ενώ ακόμα και ο συναγωνιστής Τράγκας, αναγκάζεται να θέσει το αντιμνημονιακό «κύρος» του στην υπηρεσία της κεντροδεξιάς παράταξης η οποία είναι κομμάτια και θρύψαλα, για να μην έρθουν οι «κουμμουνιστές».
Εν τέλει, όλα θα εξαρτηθούν από τους «δανειστές» και πάλι, δηλαδή τον Σόιμπλε, τη Μέρκελ, τον Ντράγκι τον Γιουνκέρ και τους Αμερικανούς μέσω του ΔΝΤ. Θα κρίνουν άραγε τη γεωπολιτική θέση της Ελλάδας, μέσα στο σημερινό σκηνικό, τόσο σημαντική, ώστε να στηρίξουν την παρούσα κυβέρνηση, οπότε και ο Κουβέλης μπορεί να το «ξανασκεφτεί», ή αντίθετα θα πρυτανεύσουν άλλες «προτεραιότητες» και θα αφήσουν τον Σαμαρά να βουλιάξει; Σύντομα θα το μάθουμε.

Το μακρύ καλοκαίρι της παρακμής και η αναγκαία, βαθιά επαναστατική αλλαγή

Γράφει ο Γ. Καραμπελιάς, Εφημ. Ρήξη τ.107

Η Ελλάδα διανύει τον πέμπτο χρόνο μιας καθολικής και εξουθενωτικής κρίσης, χωρίς ακόμα στην πραγματικότητα να διαγράφεται η προοπτική μιας ανάταξης, ή έστω μιας άμεσης βελτίωσης. Η δική μας κατάρρευση εντάσσεται σε μια γενική οικονομική κρίση του δυτικού κόσμου, αλλά στην Ελλάδα εκδηλώνεται με την πιο παροξυστική και ακραία μορφή της. Πολύ συχνά η αντιπολίτευση, και κατ’ εξοχήν ο ΣΥΡΙΖΑ, επαναλαμβάνει πως η κρίση δεν είναι ειδικά ελληνική, αλλά αφορά στο σύνολο του καπιταλιστικού κόσμου. Αυτό είναι αλήθεια, αλλά και ψέμα ταυτόχρονα. Ολόκληρη η Δύση ευρίσκεται σε κρίση, αλλά η Ελλάδα βιώνει την απειλή μιας συνολικής και γενικευμένης καταστροφής, και όχι μόνον οικονομικής.
Αυτός ο στρουθοκαμηλισμός των πολιτικών δυνάμεων, του μεγαλύτερου μέρους της αντιπολίτευσης, καθώς και ενός μεγάλου μέρους του ίδιου του λαού, είναι η χειρότερη έκφανση αυτής της κρίσης. Διότι, κάτι που δεν αναγνωρίζεται σε όλες του τις διαστάσεις, είναι αδύνατο και να θεραπευθεί. Διότι, η Ελλάδα δεν περνάει μια βαθιά ύφεση όπως η Ιταλία, η Ισπανία ή ακόμα και η Πορτογαλία, αλλά βιώνει μια υπαρξιακή παρακμή.

Πως ξεκίνησαν όλα: Ο σιωνιστικός εποικισμός της Παλαιστίνης





Από το Περιοδικό Άρδην (τ. 71): “Το εβραϊκό ζήτημα και ο σιωνισμός”
Η αντίληψη περί της ακμής και ανόδου της Παλαιστίνης χάρη στην άφιξη των Εβραίων έχει μακρά ιστορία στη σιωνιστική παράδοση. Επικρατούσε ήδη πολύ πριν αρχίσουν να συρρέουν στη χώρα άνθρωποι, τεχνολογίες και κεφάλαια από την Ευρώπη, που επιτάχυναν τον εκσυγχρονισμό της χώρας, την οποία είχαν αρχίσει Τούρκοι και Βρετανοί. Πίσω της κρύβεται η αρχική ιδέα της πολιτιστικής ανωτερότητας των Εβραίων εποίκων και της κατωτερότητας των «ιθαγενών», που κατά τα φαινόμενα δεν ήταν σε θέση να φέρουν προκοπή στη χώρα. Ήταν μία από τις δικαιολογίες για την ανάληψη της οργάνωσης της χώρας. Το ζήτημα αυτό ήταν προφανώς γνωστό σ’ εμένα και τους άλλους μετανάστες, που κατά το πλείστον τους ήταν γαλουχημένοι στο πνεύμα του σιωνισμού ήδη πριν από την άφιξή τους, διότι ο μύθος για τον λαό χωρίς χώρα που βοηθά να προκόψει μια χώρα χωρίς λαό κατείχε ανέκαθεν εξέχουσα θέση. (συνεχίζεται)
Διαβάστε περισσότερα ΕΔΩ

Η μεγάλη αυταπάτη

Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΥΤΑΠΑΤΗ, του Γιώργου Καραμπελιά
(Σχόλιο με αφορμή τη σύλληψη του Ν. Μαζιώτη)


Αντικρίζοντας το βλέμμα του Νίκου Μαζιώτη στις τηλεοράσεις και τις εφημερίδες, έφερα συνειρμικά στη σκέψη μου έναν παλιότερο «αντάρτη πόλης», τον Χρήστο Τσουτσουβή, που το πάθος τον οδήγησε στον θάνατο. Έναν θάνατο προδιαγεγραμμένο από τις επιλογές του και τον τρόπο που τις διεκδικούσε. Τότε είχα γράψει, συγκλονισμένος από τον θάνατό του –είχαμε συμμετάσχει παλαιότερα σε κοινούς αγώνες–, ένα «ρέκβιεμ», που αποτελούσε ταυτόχρονα και την απαρχή της οριστικής μου ρήξης με την ίδια την άκρα αριστερά και την προσπάθεια από την πλευρά μας, να πείσουμε για τον σφαλερό της δρόμο, συμμετέχοντας σε έναν κοινό χώρο μαζί της. Σήμερα, τριάντα χρόνια μετά, και αφού έχει ολοκληρωθεί ένας κύκλος, νιώθω την ανάγκη να επανέλθω και πάλι με αφορμή, το ζήτημα του ένοπλου αγώνα, στις συνθήκες της Ελλάδας, και τη μοίρα όσων επιμένουν σ’ αυτόν. (συνεχίζεται)
Διαβάστε ολόκληρο το σχόλιο ΕΔΩ

Κυκλοφορεί το νέο φύλλο της εφημερίδας Ρήξη (Ιούλιος 2014)


Η απαιδευσία των πολιτικών κυοφορεί τερατογενέσεις, του Χρήστου Γιανναρά

Ο όρος «λαϊκή δεξιά» μοιάζει λεκτικό πυροτέχνημα, κενό από κάθε πολιτικό ρεαλισμό – όπως και το κενολόγημα «κεντροαριστερά». Οταν η εκδοχή της πολιτικής είναι μόνο διαχειριστική και ολική η έκλειψη κοινωνικών στόχων άλλων πέρα από την αύξηση της καταναλωτικής ευχέρειας, τότε η πολιτική γίνεται παιχνίδι παραγωγής ψευδαισθήσεων. Το παιχνίδι οργανώνεται με τους κανόνες εντυπωσιασμού του καταναλωτή, κανόνες του μάρκετινγκ – η «λαϊκή δεξιά» ή η «κεντροαριστερά» είναι τα λεκτικά ισοδύναμα στην πολιτική με το «λευκότερο του λευκού» στα απορρυπαντικά ή με το «διπλό φλουοράιντ» στις οδοντόκρεμες.
Το 1974 ο Κων. Καραμανλής ίδρυσε ένα καινούργιο κόμμα: σαφώς σχήμα – όχημα για να ασκήσει την προσωπική του δεξιότητα στη διαχειριστική πολιτική. Προδικτατορικά ονόμαζε το κόμμα του «Εθνική Ριζοσπαστική Ενωση», μεταδικτατορικά το ονόμασε «Νέα Δημοκρατία». Και οι δύο ονομασίες ήταν απολύτως εμπορικές (διαφημιστικές), δεν απηχούσαν κοινωνικούς στόχους ούτε πολιτικές προτεραιότητες. Πολιτική φιλοσοφία του Κων. Καραμανλή ήταν, σαφέστατα, ο Ιστορικός Υλισμός, με άψογο (χρησιμοθηρικό) σέβας για το εθνικοθρησκευτικό «εποικοδόμημα».
Ο Ανδρέας Παπανδρέου, ίσως πανουργότερος, διέβλεψε τις συνέπειες του κενού που είχε αφήσει στις συνειδήσεις η γελοιοποίηση του εθνικοθρησκευτικού «εποικοδομήματος» από τη χούντα. Δεν δίστασε να αγνοήσει τον διεθνιστικό χαρακτήρα των «σοσιαλιστικών» (υποτίθεται) αρχών του και να συνθηματολογήσει με μια ρητορική πατριωτικού ελληλοκεντρισμού, ολοφάνερα ιδεοληπτικού αλλά αρεστού στη μάζα. Αποδείχθηκε όμως και αυτός ο «πατριωτισμός» παροδικό διαφημιστικό τέχνασμα, που ταχύτατα θάφτηκε, μαζί με τον «σοσιαλισμό», στη θυελλώδη και αδίστακτη υστερία απόλυτης προτεραιότητας του καταναλωτισμού. Υστερία που ισοπέδωσε το πολιτικό τοπίο εξαφανίζοντας και τα τελευταία ίχνη διαφοροποιήσεων λογικής του «δημοσίου συμφέροντος» ή στοχεύσεων «ποιότητας» του κοινού βίου.
Για λόγους που δύσκολα ανιχνεύονται, η εμφανιζόμενη ως «αριστερά» στην Ελλάδα, μετά τη μεταπολίτευση, προσπάθησε με κάθε τρόπο και πολύ πάθος να χαρίσει στη χούντα των μικρονοϊκών δικτατόρων του 1967 – 1974 (και μετά την έκλειψη του πανάθλιου συμπτώματος) την εσαεί αποκλειστικότητα εκπροσώπησης και διαχείρισης (μονοπώλιο) όχι μόνο του εθνικιστικού πρωτογονισμού και της ψυχολογικής πατριδοκαπηλίας, αλλά κάθε εκδοχής του πατριωτισμού: Η χρήση και μόνο της λέξης «πατρίδα». Η αναφορά σε ελληνική ιδιαιτερότητα (αναγκών, ιστορικών εθισμών, ιεράρχησης προτεραιοτήτων, νοοτροπίας και πολιτισμού). Η παραδοχή οργανικής, εξελικτικής συνέχειας της ελληνικής γλώσσας από την αρχαιότητα ώς σήμερα, συνέχειας της ιστορικής συνείδησης των Ελλήνων. Ο ουσιαστικός, δημιουργικός εξελληνισμός της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η αποκαλυπτική ελληνικότητα της Τέχνης, των θεσμών της παιδείας της – τέτοια και πλήθος ανάλογα θέματα χαρακτηρίστηκαν από την «αριστερά» ότι προδίδουν σαφή προσχώρηση στη χουντική «εθνικοφροσύνη», εκφράζουν «τον αμυντικό εθνικισμό του ελληνικού εθνολαϊκισμού», δεν απέχουν πολύ από τον φασισμό, συντηρούν το φάσμα μιας αενάως επαπειλούμενης χούντας.
Εντεχνα και μεθοδικά θάφτηκε, αποσιωπήθηκε, αγνοήθηκε κάθε έκφραση πατριωτισμού – ελληνοκεντρισμού που βρισκόταν στους αντίποδες (αναιρούσε την ψευτιά) της εθνικιστικής καπηλείας ή υστερίας. Καμιά ποτέ παραμικρή νύξη από την «αριστερά» για τον ελληνοκεντρισμό λ.χ. του Μάνου Χατζιδάκι και τη συναρπαστική, ανεπανάληπτη πολιτική πραγμάτωση αυτού του ελληνοκεντρισμού στο «Τρίτο Πρόγραμμα». Απόλυτη αποσιώπηση του πατριωτικού μανιφέστου της μεταπολίτευσης, που είναι το κείμενο του Οδυσσέα Ελύτη «Τα δημόσια και τα ιδιωτικά»: η ελληνική ετερότητα ως δυνατότητα ενεργητικής μετοχής στο παγκοσμιοποιημένο σήμερα. Αγνόησε χυδαία και προκλητικά η «αριστερά» τον πολιτικό Σεφέρη, τις συγκλονιστικές του υποθήκες και νουθεσίες, αγνόησε την πολιτική σκέψη του συνεπέστατου στις εκσυγχρονιστικές του απαιτήσεις, ελληνοκεντρικού ευρωπαϊστή, Γιώργου Θεοτοκά.
Εσκεμμένα και δόλια επιδίωξε η «αριστερά» να αγνοηθεί και παρακαμφθεί η γνησιότητα του πατριωτισμού, να ταυτιστεί ο πατριωτισμός στις συνειδήσεις «με την πολιτική κουλτούρα και τις αξίες των λαϊκών στρωμάτων του συντηρητισμού… Αγροτικοί πληθυσμοί, ηλικιωμένοι και θρησκευόμενοι (δηλαδή: λούμπεν στοιχεία της ελλαδικής κοινωνίας), όλοι εχθρικοί απέναντι στη δυτική πολυπολιτισμική κουλτούρα (αλήθεια: πολυπολιτισμικός ο Γερμανός; πολυπολιτισμικός ο Γάλλος;) με ροπή στον αυταρχισμό, κάνουν δυναμικές εμφανίσεις σε συλλαλητήρια για το Μακεδονικό ή για την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες». Αυτό θέλει η «αριστερά» να είναι ο πατριωτισμός στην Ελλάδα.
Για λόγους που ακόμα πιο δύσκολα ανιχνεύονται, αυτήν ακριβώς την αντίληψη για τον πατριωτισμό και την ελληνικότητα εγκολπώθηκε και η «Νέα Δημοκρατία» – παλεύει με κάθε τρόπο, χρόνια τώρα, να αποφύγει τη «ρετσινιά» του πατριωτικού κόμματος ή των κριτηρίων φιλοπατρίας (αξιοπρέπειας) στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής. Η καταγραφή και μόνο των συμπτωμάτων αυτής της υστερικής φοβίας θα απαιτούσε πολυσέλιδο σύγγραμμα – θυμηθείτε την εκπαιδευτική πολιτική της κυρίας Γιαννάκου, τον πελιδνό και άφωνο Καραμανλή, τον βραχύ, τη νύχτα που η Τουρκία παζάρευε τον τίτλο του υποψήφιου μέλους της Ε.Ε., χωρίς να υπάρχει κανένας να της θέσει στοιχειώδεις όρους σεβασμού του Διεθνούς Δικαίου.
Η Ν.Δ. αρνήθηκε μετά βδελυγμίας να αποτελέσει κόμμα πατριωτικό, να υπηρετήσει την κοσμοπολίτικη ελληνικότητα του Σεφέρη, του Θεοτοκά, του Ελύτη, του Μάνου Χατζιδάκι. Το νοητικό επίπεδο και η στάθμη καλλιέργειας των στελεχών της καθήλωσαν το κόμμα σε ουραγό της «αριστεράς»: να ταυτίζει την ελληνικότητα με τον επαρχιώτικο εθνικισμό και τη βαλκανική μιζέρια, να αποκλείει κάθε ενεργό ρόλο ελληνικής ετερότητας στον εντόπιο και στον διεθνή πολιτικό στίβο.
Ετσι φτάσαμε «κάποιοι κλόουν της πολιτικής σκηνής» να διεκδικούν στο κοινοβούλιο και στην κοινωνία την εκπροσώπηση του πατριωτισμού και της ελληνικότητας, ακριβώς με τις προδιαγραφές που βολεύουν απολύτως τη δολιότητα της «αριστεράς» και την ευτέλεια της Ν.Δ. Τα ονόματα των κλόουν γνωστά, γραφικά, «της πλάκας». Μήπως και ο εθνικιστικός τραμπουκισμός της Χ.Α. είναι επίσης αποκύημα της ίδιας πολιτικής;

Πηγή:   http://ardin-rixi.gr

Επιτέλους, η ανάπτυξη έρχεται!

Επιτέλους, η ανάπτυξη έρχεται! 
Παρουσιάζουμε κατ’ αποκλειστικότητα μακέτα της νέας υπερπαραγωγής που ετοιμάζεται στο Ελληνικό!

Σεμινάριο σύγχρονης ελληνικής ιστορίας: “Κοινωνικοί και πολιτικοί αγώνες 1964-2014″ (Βίντεο: Δ΄ μέρος, περίοδος 1989-1993)


To αδιέξοδο των ΑΝΕΛ και ... ο ελλείπων κρίκος του πολιτικού συστήματος

Η προσπάθεια του Άρδην και της Ρήξης στο πολιτικό πεδίο έχει έναν κεντρικό στόχο: Τη συγκρότηση ενός πατριωτικού, κοινωνικού και δημοκρατικού πόλου στην πολιτική ζωή της χώρας, ενός πόλου που θα θέσει ως πρωταρχικό του στόχο την αντιμετώπιση της παρακμής του τόπου μας. Για τουλάχιστον είκοσι χρόνια παλεύουμε για τη δημιουργία αυτού του πόλου και πιστεύουμε πως στο ιδεολογικό επίπεδο έχουμε επιτύχει σημαντικά αποτελέσματα. Στο πολιτικό πεδίο, παράλληλα με τη διεύρυνση των οργανωτικών μας δυνατοτήτων, επειδή δεν διαπνεόμαστε από μια λογική γκρουπούσκουλου, που ταυτίζει την ιδεολογική αντίληψη με την πολιτική πραγματικότητα, φροντίζαμε πάντα, όλα αυτά τα χρόνια, να ενισχύουμε προσπάθειες και κινήσεις που θα μπορούσαν, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, να ανοίξουν τον δρόμο προς τη συγκρότηση ενός τέτοιου πολιτικού πόλου, έστω και αν άμεσα δεν ταυτιζόμασταν μαζί τους και δεν προσχωρούσαμε στα πολιτικά τους σχήματα.
Αυτά τα είκοσι χρόνια στηρίξαμε και πολιτικές απόπειρες εκπορευόμενες από το ΠΑΣΟΚ, και κατ’ εξοχήν το λεγόμενο πατριωτικό (το ΔΗΚΚΙ, παρ’ όλο που δικαίως, όπως απεδείχθη, δεν είχαμε καμία εμπιστοσύνη στον Τσοβόλα, τον Μιχάλη Χαραλαμπίδη, τον Παπαθεμελή και άλλες μικρότερες προσπάθειες). Όταν αυτός ο χώρος εξαντλήθηκε ολοκληρωτικά, ιδιαίτερα στις συνθήκες της κρίσης που άνοιξε το 2010, προσπαθήσαμε να στηρίξουμε εγχειρήματα όπως εκείνα της Σπίθας του Μίκη Θεοδωράκη και μάλιστα συμμετείχαμε για ένα διάστημα σ’ αυτό, παρά τους ενδοιασμούς μας. Και αυτό το εγχείρημα, όμως, με αποφασιστική υπαιτιότητα του ιδρυτή του, καταποντίστηκε.
Μπροστά στα εκλογικά διλήμματα, κρίναμε πως ακόμα δεν έχουμε τη δυνατότητα της συγκρότησης ενός πανεθνικού εκλογικού σχήματος, με αξιώσεις ανάλογες με το ιδεολογικό βάθος και βάρος της πρότασής μας, γι’ αυτό επιλέξαμε να στηρίξουμε αντιμνημονιακές δυνάμεις που θεωρούσαμε πως βρίσκονταν πιο κοντά στην πατριωτική συνιστώσα της άποψής μας. Στις εκλογές του 2012 θεωρήσαμε θεμιτή και συμβατή με την αντίληψή μας την υπερψήφιση σχημάτων όπως το ΚΚΕ ή οι ΑΝΕΛ, καθώς και άλλα μικρότερα σχήματα, ή ακόμα, για όσους επέμεναν να στηρίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ, τους καλούσαμε να υπερψηφίσουν υποψηφίους με σαφή πατριωτικό προσανατολισμό. Το ίδιο κάναμε και στις εκλογές του 2014, επιλέγοντας μάλιστα και υποψηφίους όπως τον Κώστα Ζουράρι στους ΑΝΕΛ, τον Βαγγέλη Πισσία στους Οικολόγους Πράσινους και άλλους φίλους μας σε υπόλοιπα σχήματα, ή ακόμα και τις πατριωτικές δυνάμεις στον ΣΥΡΙΖΑ.

Ο Π. Καμμένος αγνοεί τις επιλογές των… ψηφοφόρων του


Ιδιαίτερα στη σχέση με τους ΑΝΕΛ, επιμείναμε πως η σταδιακή αποχώρηση των δεξιόστροφων και συντηρητικών δυνάμεων, τόσο από την ηγεσία του (βλέπε και την πρόσφατη αποχώρηση δύο βουλευτών), όσο και κυρίως από την εκλογική του βάση (ένα κομμάτι έφυγε προς τη Χ.Α., ένα άλλο προς τη Ν.Δ. και ένα τρίτο προς τον ΣΥΡΙΖΑ), είχε ως συνέπεια αυτό το κόμμα να μεταβληθεί υ σε ένα πατριωτικό αντιμνημονιακό κόμμα, χωρίς ξεκάθαρη και συγκεκριμένη κοινωνική και πολιτική απεύθυνση. Αυτή μας η ανάλυση επιβεβαιώθηκε πανηγυρικά στις ευρωεκλογές, όπου οι πρώτοι σε σταυρούς υποψήφιοί τους (Μαριάς, Ρωμανιάς, Ζουράρις κ.λπ), δεν είχαν καμία σχέση με τη δεξιά πολιτική προέλευση του ιδρυτή του κόμματος και των περισσότερων στελεχών. Δηλαδή οι ΑΝΕΛ φαίνονταν να βρίσκονται σ’ ένα σταυροδρόμι, ενώ η σημαντική εκλογική τους και πολιτική συρρίκνωση έθετε ακόμα πιο επιτακτικά το ζήτημα της επιλογής κατεύθυνσης, ώστε να μπορέσουν να επιβιώσουν.
Και όμως, ενώ η ιστορία τους έφερε μπροστά σ’ αυτή την ιστορική δυνατότητα, η ηγεσία τους δείχνει ανίκανη να αναλάβει έναν τέτοιο ρόλο. Πέρα από το χαμηλό θεωρητικό της επίπεδο, το οργανωτικό χάος και το σχετικό αλαλούμ, δεν έχει τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει καθαρές πολιτικές επιλογές για πολλούς λόγους. Ένας από αυτούς είναι η δεξιόστροφη και συντηρητική προέλευση ενός μεγάλου αριθμού των εναπομεινάντων βουλευτών του –έτοιμων να βρεθούν σε κάποια νέα «προεδρική πλειοψηφία» για να σώσουν την έδρα τους–, που υποχρεώνει, τον ούτως ή άλλως ισορροπιστή Καμμένο, σε απίθανους ακροβατισμούς.
Αρχικώς, έδειξε πως κατά κάποιον τρόπο έλαβε το μήνυμα των ευρωεκλογών και της απομάκρυνσης των συντηρητικών ψηφοφόρων από το κόμμα του και δηλώνει, στις 3 Ιουνίου του 2014, πως θα πρέπει να στραφεί προς τον «κεντρώο» χώρο και να εγκαταλείψει την ούτως ή άλλως εξαντληθείσα «δεξιά» απεύθυνση. Ωστόσο, την επομένη μέρα, την 4η Ιουνίου 2014, καλύπτει με σκανδαλώδη τρόπο τη χρυσαυγίτικη συμμορία στη Βουλή και το χιτλερικό σόου που πραγματοποίησε. Η κοινοβουλευτική ομάδα των ΑΝΕΛ, αντί να καταγγείλει τη μεταβολή του Κοινοβουλίου σε φασιστικό θηριοτροφείο, αποχώρησε από την ψηφοφορία για την άρση της ασυλίας, κλείνοντας έτσι το μάτι προς τους ψηφοφόρους, αλλά και τα στελέχη της Χ.Α. Αυτό είναι το περιβόητο «κεντρώο» άνοιγμα του προέδρου;
Έτσι, ίσως ο αγαπητός Πάνος μπορεί να κατανοήσει και γιατί το Άρδην αρνήθηκε να συμπαραταχθεί μαζί του στις ευρωεκλογές, διότι δεν έχει καμία εμπιστοσύνη στη σταθερότητά των κατευθύνσεών του, ούτε βέβαια ήταν διατεθειμένο να ταυτιστεί με τον Καπερνάρο ή την Ιατρίδου.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η τάση προς την αποσύνθεση θα επιταχυνθεί παρ’ όλα τα πιθανά νέα ανόιγματα που θα δούμε στη συνέχεια, είτε προς τον Πολύδωρα και τον Νικολόπουλο, είτε προς άλλους επίσης αναξιόπιστους και “ακατανόμαστους¨ συνομιλητές.
«Στη σφενδόνη»

Δυστυχώς, ο Πάνος Καμμένος έρχεται για άλλη μια φορά να αποδείξει αυτό που επαναλαμβάνουμε μονότονα τα τελευταία χρόνια, μετά την εμπειρία της Σπίθας: Δεν υπάρχουν στο πολιτικό σύστημα και στο σύστημα των «προσωπικοτήτων» αξιόπιστες δυνάμεις με τις οποίες θα μπορούσε κανείς να συμπορευτεί σε σταθερή βάση. Το αίτημα της οικοδόμησης ενός αυθεντικά τρίτου πόλου στην ελληνική πολιτική ζωή παραμένει ζητούμενο και μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο από την ανάδειξη και την επιμονή στην ανάδειξη νέων σοβαρών και αξιόπιστων δυνάμεων, που θα βγουν από τους «Ανωνύμους» της κοινωνίας. Καθόλου τυχαία εξάλλου, ένα σχήμα που, έστω ψευδώς και προσχηματικά εμφανίστηκε ως εκτός συστήματος, όπως το ΠΟΤΑΜΙ, κατόρθωσε να εξαπατήσει αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες…
Κατά συνέπεια, λοιπόν, πρέπει να συνεχίσουμε στην κατεύθυνση που πήραμε και στη διάρκεια των αυτοδιοικητικών εκλογών, με επιτυχημένα αυτοδιοικητικά σχήματα σε ορισμένες πόλεις και την παρέμβαση αρκετών φίλων μας σε πολλά ακόμα σχήματα σε όλη την Ελλάδα, με την επιμονή στη συμμετοχή σε κοινωνικούς και εθνικούς αγώνες, για την καταγγελία της νέας γερμανικής κατοχής και την αντιμετώπιση του νεοθωμανισμού. Θα πρέπει να συνεχίσουμε στη διαμόρφωση και διευκρίνιση μιας στρατηγικής για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, για την πολιτιστική της αναγέννηση και τη σωτηρία του απειλούμενου περιβάλλοντος και των ακτών μας.
Όλα αυτά, συνδεδεμένα με τις πρωτοπόρες ιδεολογικές μας επεξεργασίες, αποτελούν την απαραίτητη προϋπόθεση για να πιάσει κάποτε –και όχι πολύ μακριά, πιστεύουμε– η μαγιά ενός εγχειρήματος που για δεκαετίες προετοιμάζουμε με αταλάντευτη πίστη και σταθερότητα. Δυστυχώς, πολλές φορές δοκιμάσαμε «να κόψουμε δρόμο» στηρίζοντας κάποιες, έστω ανολοκλήρωτες απόπειρες. Απεδείχθη πως, μπροστά στην παρακμή, δεν μπορούν να υπάρχουν ημίμετρα και μισόλογα: ή ολική επαναφορά, του λαού, των εργαζόμενων, του έθνους μας, ή τίποτα.

Η «επιτυχία» θα επιταχύνει την πτώση

Μετά τις εκλογές του 2012 σχηματίστηκε ένας κυβερνητικός συνασπισμός με τη στήριξη του 46-47% των ψηφισάντων. Στις εκλογές του 2014, τα ίδια αυτά κόμματα συγκέντρωσαν το 32,2% των ψήφων και αν μάλιστα αφαιρέσουμε τη ΔΗΜΑΡ, που στο μεταξύ αποχώρησε από την κυβέρνηση, το 31% και μόνον. Αν αυτά τα αποτελέσματα επιβεβαιώνονταν σε εθνικές εκλογές, θα αποδείκνυαν τη συρρίκνωση κατά το 1/3 του κυβερνητικού στρατοπέδου. Παρ’ ότι η μείωση του ποσοστού του ΠΑΣΟΚ είναι ακόμα μεγαλύτερη από αυτή της Ν.Δ. και ενώ ο Σάντσο κορδακίζεται ότι «κέρδισε», η ΝΔ υπέστη όντως τη σημαντικότερη ήττα, διότι είναι η απώλεια της πρωτιάς. Εξάλλου, το ΠΑΣΟΚ συνεχίζει την πορεία πως την αδήριτη εξαφάνισή του, ενώ η Ν.Δ. βρίσκεται ακόμα στα πρώτα στάδια.
Ας μην ξεγελιόμαστε από τους αριθμούς και την αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να κεφαλοποιήσει την απόρριψη των κυβερνητικών. Αυτή θα έρθει αναπόφευκτα και θα συρρικνώσει και τη Ν.Δ. σε επίπεδα ανάλογα με του ΠΑΣΟΚ, δείχνοντας και στον Αντώνη Σαμαρά την έξοδο από την πολιτική, όπως έγινε και με τον «επιτυχημένο» Σημίτη. Και αυτό θα συμβεί άσχετα με το εάν θα «επιτύχει» τους στόχους που βάζει σήμερα, δηλαδή την απαρχή μιας ασθενούς ανάπτυξης της οικονομίας, ή αν αυτή θα συνεχίσει να μένει καθηλωμένη και πτωτική. Αντιθέτως, μάλιστα, θα λέγαμε πως σε περίπτωση που θα «επιτύχει», η αποκαθήλωσή του θα είναι ταχύτερη! Διότι οι συντηρητικοί, κατ’ εξοχήν ηλικιωμένοι, ψηφοφόροι του Σαμαρά, τον ψηφίζουν γιατί φοβούνται. Αν πάψουν να φοβούνται και ο ΣΥΡΙΖΑ έχει αποκτήσει περισσότερο κεντροαριστερό προφίλ, τότε θα «τιμωρήσουν», χωρίς περίσκεψη και φόβο, την ηγεσία της Ν.Δ., που συνέπραξε ανενδοίαστα στην καταστροφή τους. Η ιστορική διαδρομή της Ν.Δ. και του Σαμαρά, όπως ήδη συνέβη με το ΠΑΣΟΚ, έχει λάβει τέλος. Μένει απλώς να καταγραφεί αυτό και στους ηλεκτρονικούς πίνακες των μελλοντικών εκλογικών αναμετρήσεων.
Αυτή είναι η πανουργία της Ιστορίας. Το δίδυμο της συμφοράς κρατιέται, έστω και με τα δόντια, στην εξουσία, όσο κυριαρχεί ο φόβος. Δηλαδή, όσο συνεχίζουν να τα κάνουν μαντάρα. Από τη στιγμή και πέρα που αυτός ο κύκλος θα κλείσει με τον έναν ή άλλο τρόπο, θα περάσουν στα αζήτητα.

Κυκλοφορεί το νέο φύλλο της εφημερίδας Ρήξη (τ.105), Ιούνιος 2014


Ένας πρώτος απολογισμός: απόρριψη και δυσπιστία

Το πρώτο και καθοριστικό συμπέρασμα από τις ευρωπαϊκές εκλογές είναι η ενίσχυση των φυγόκεντρων τάσεων απέναντι στη γερμανική Ευρώπη. Παντού, από τη Βρετανία έως την Ιταλία και την Ελλάδα, από την Ισπανία έως την Ουγγαρία και τη Φιλανδία, ενισχύθηκαν οι τάσεις προς την προτεραιότητα της εθνικής αυτονομίας έναντι μιας Ευρώπης που έχει μπει κάτω από τον ζουρλομανδύα της Μέρκελ και τη στρατηγική της λιτότητας. Στη Βρετανία ο κλασσικός βρετανικός απομονωτισμός ξεπέρασε κάθε προηγούμενο και εκφράστηκε με τη μεταβολή του «ανεξαρτησιακού» κόμματος σε πρώτη δύναμη στις ευρωεκλογές. Στη Γαλλία η χαβιαριστερά των σοσιαλιστών, αλλά και η ευρωπαϊστικη «αριστερά» του Μελανσόν, ηττήθηκαν κατά κράτος μπροστά στη Λεπέν που εμφανίζεται ως υποστηρικτής της γαλλικής ανεξαρτησίας απέναντι στη Γερμανία. Στην Ιταλία ο Πέπε Γκρίλλο και το «κόμμα των πέντε αστέρων», παρά την υστερική φύση του αρχηγού του αναδείχθηκε σε δεύτερο κόμμα. Στις περισσότερες χώρες της ανατολικής και κεντρικής Ευρώπης, την Αυστρία, τη Φιλανδία, την Ουγγαρία, θριάμβευση η ξενοφοβική δεξιά. Ακόμα και στην ίδια τη Γερμανία ενισχύθηκαν οι «εναλλακτικοί» για τη Γερμανία που υποστηρίζουν την αποχώρηση από το ευρώ, ενώ και το ναζιστικό NΡD εξέλεξε για πρώτη φορά ευρωβουλευτή.Τέλος στην Ελλάδα, ενισχύθηκε τόσο η ναζιστική δεξιά της Χ.Α. όσο και η αριστερά ­– ο Σύριζα και το ΚΚΕ- που αμφισβητούν την γερμανική ηγεμονία. Στην Ισπανία τέλος, τα δύο μεγάλα ευρωπαϊστικά κόμματα οι σοσιαλιστές και το λαϊκό κόμμα, έχασαν το 40% της δύναμής τους και ενισχύθηκαν οι μικρότεροι σχηματισμοί, η αριστερά που τριπλασίασε τη δύναμή της και κυρίως οι αγανακτισμένοι του Podemos, που μπήκαν στο ευρωκοινοβούλιο με 5 έδρες. Τέλος στην Ιρλανδία, ενισχύθηκε η πολιτική πτέρυγα του ΙΡΑ το Σιν Φέιν. Aν θέλαμε μάλιστα να κάνουμε μια τυπολογία αυτής της αντιγερμανικής και «αντιευρωλιγούρικης» ψήφου, θα λέγαμε πως στο Νότο της Ευρώπης ενισχύθηκε περισσότερο μια αριστερή αντισυστημική ψήφος, ενώ στο Βορρά και την Ανατολική Ευρώπη μια δεξιά και ακροδεξιά.
Η παρά φύσιν ανάδυση της Χ.Α.

H Ελλάδα αποκλίνει σε μεγάλο βαθμό από την ευρωπαϊκή ψήφο ακριβώς λόγω της έκτασης της κρίσης και των ιδιαιτεροτήτων της χώρας μας. Η έκταση της κρίσης υπήρξε τέτοια ώστε συρρίκνωσε αποφασιστικά τη λεγόμενη κεντροαριστερά, η οποία στο σύνολό της (ΕΛΙΑ, ΠΟΤΑΜΙ και ΔΗΜΑΡ) περιορίστηκε στο 15-16% σε αντίθεση με την ηγεμονική της παρουσία σε όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης στο 40-45%. Η κυβερνώσα δεξιά υπέστη επίσης κατακερματισμό και συρρίκνωση μια και περιορίστηκε με τη σειρά της στο 22% των ψήφων. Παράλληλα ενισχύθηκαν οι αντισυστημικές και αντιγερμανικές τάσεις με κυρίαρχη την επιβεβαίωση του ΣΥΡΙΖΑ που σταθεροποίησε τα ποσοστά του Ιουνίου του 2012 και την ενίσχυση της Χ.Α. στο 9,5%.
Το γεγονός ότι στην Ελλάδα παρά την έκταση της κρίσης η λεγόμενη αντισυστημική ψήφος διαμοιράστηκε σε δύο μεγάλες κατευθύνσεις (ΣΥΡΙΖΑ και Χ.Α.) καθώς και σε μία πληθώρα μικρότερων σχηματισμών (ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ΕΠΑΜ, Οικολόγοι κλπ) ή από την αντίθετη κατεύθυνση (ΛΑΟΣ, Πολύδωρας,κ.λπ.), είναι συνέπεια των ελληνικών ιδιαιτεροτήτων.
Η διάσπαση της «αντιμνημονιακής» ψήφου σε δύο μεγάλες κατευθύνσεις, η οποία δεν διαπιστώνεται σε καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα, αποτελεί συνέπεια της ελληνικής ιδιαιτερότητας. Του γεγονότος δηλαδή ότι η Ελλάδα, μαζί με την Κύπρο, αποτελούν τις μόνες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχουν πρόβλημα εθνικής επιβίωσης και απειλούνται στην ίδια τους την υπόσταση. Στον βαθμό λοιπόν που η αριστερά, η οποία είναι ο κύριος υποδοχέας της διαμαρτυρίας απέναντι στην κοινωνική και οικονομική κρίση, αγνοούσε και υποτιμούσε τα εθνικά θέματα – ή ακόμα χειρότερα, οι εθνομηδενιστικές της πτέρυγες, συνηγορούσαν υπέρ της «ελληνοτουρκικής» φιλίας ή των «ανοικτών συνόρων» προς τους μετανάστες – δημιούργησε τις συνθήκες γι’ αυτόν τον βαθύτατο διχασμό: Αντί να ενσωματώσει την εθνική/πατριωτική διάσταση στην κοινωνική και οικολογική ευαισθησία απέρριπτε την πρώτη για να κρατήσει μόνο τη δεύτερη.
Έτσι, όπως έχουμε καταδείξει χιλιάδες φορές, επέτρεψε σε ένα φασιστικό γκρουπούσκουλο να μετατραπεί σε πολιτική δύναμη και να δώσει στην ακροδεξιά ένα δήθεν αντισυστημικό και πατριωτικό μανδύα. Είναι χαρακτηριστικό πως σε απόλυτη ομοφωνία με τα συστημικά μέσα ενημέρωσης, τη ΔΗΜΑΡ και το ΠΑΣΟΚ, η Αριστερά προβάλλει ως βασική αιτία ενίσχυσης της Χ.Α. τον «εθνικισμό» του Σαμαρά, του «Δικτύου 21» κ.ά,(!) και όχι τον εθνομηδενισμό που είχε καταστεί ηγεμονικός την τελευταία εικοσαετία στην Ελλάδα.
Εξ αιτίας αυτού του διχασμού, ο ΣΥΡΙΖΑ παρ’ ότι διατήρησε τα ποσοστά του των εκλογών του 2012, δεν κατόρθωσε να δημιουργήσει ένα ευρύτερο ρεύμα που θα του επέτρεπε να διεκδικήσει με αξιώσεις την ανατροπή του κυρίαρχου κυβερνητικού συνασπισμού.
Ο ΣΥΡΙΖΑ στο σταυροδρόμι

Τις βαθύτερες αιτίες αυτού του δισταγμού του λαϊκού σώματος, μπορεί να τους διαγνώσει δια γυμνού οφθαλμού ο οποιοσδήποτε, και η ίδια ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, αρκεί να παρατηρήσει την σειρά με την οποία εκλέγονται οι ευρωβουλευτές της –από τον παλιό Συνασπισμό εκλέγεται μόνο ο Παπαδημούλης– ενώ από τους έξι οι τρεις (Σακοράφα, Κατρούγκαλος, Χρυσόγονος, είναι πασοκογενείς και εμφανίζονται ως πατριωτικών αποκλίσεων), ο δε Γλέζος αποτελεί το σύμβολο της πατριωτικής αριστεράς. Άλλη, απολύτως χαρακτηριστική ένδειξη, είναι η εκλογή του Καρυπίδη, ο οποίος είχε αποκλειστεί ως «εθνικιστής και αντισημίτης», με συντριπτικά ποσοστά ως περιφερειάρχη Δυτικής Μακεδονίας.
Ο ΣΥΡΙΖΑ κατόρθωσε να αναδειχθεί πρώτο κόμμα στις ευρωεκλογές και στην περιφέρεια της Αττικής, όπου η γενική πολιτική διάσταση κυριαρχούσε έναντι της τοπικοπεριφερειακής, αλλά ταυτόχρονα δεν κατόρθωσε ούτε να ανεβάσει το ποσοστά του, ούτε να επιτύχει σημαντικά κέρδη σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο. Έτσι, ναι μεν υποσκέλισε στο γενικό επίπεδο τη Ν.Δ., αλλά ταυτόχρονα δεν κατόρθωσε να διαμορφώσει πλειοψηφικό ρεύμα. Κατά συνέπεια, βρίσκεται μπροστά σ’ ένα δίλημμα: Είτε να διαμορφώσει αυτό το ρεύμα μετασχηματίζοντας την ίδια τη ιδεολογία και το προφίλ του σε μια αντισυστημική πατριωτική κατεύθυνση, αναγκαία προϋπόθεση για μια τέτοια πλειοψηφία, είτε να προσπαθήσει να κυριαρχήσει δολιχοδρομώντας ανάμεσα στις σκοπέλους του συστήματος. Στη δεύτερη περίπτωση, θα πρέπει να συμβιβαστεί με τα μεγάλα συμφέροντα μέσα και έξω από τη χώρα, και να δημιουργήσει τους όρους για συμμαχίες με άλλες πολιτικές δυνάμεις –της συστημικής κεντροαριστεράς ή ακόμα και δεξιάς– για να αποκτήσει τη δυνατότητα μιας εκλογικής επικράτησης. Και όλες οι σχέσεις με την «αμερικανική αριστερά» από τον Όλιβερ Στόουν μέχρι το Βαρουφάκη, η προσέγγιση με τον ΓΑΠ δια μέσου της πληθώρας των συμβούλων, που έχουν μετακομίσει στον ΣΥΡΙΖΑ, και η ενίσχυση του μεσοστρωματικού χαρακτήρα της ηγεσίας του κόμματος, προδιαθέτουν για μια τέτοια κατεύθυνση. Σε μια τέτοια περίπτωση θα είναι υποχρεωμένοι να συνδιαλλαγούν και να συναλλαγούν με το ΠΑΣΟΚ, το ΠΟΤΑΜΙ και τους σπόνσορές τους, για να διασφαλίσουν την πλειοψηφία.
Αντίθετα ένα παλλαϊκό εαμικό κίνημα θα σάρωνε όλα τα συστημικά αναχώματα και θα μετασχημάτιζε την ίδια την κοινωνική και πολιτική απεύθυνση του κόμματός.
Και δυστυχώς δεν είμαστε πολύ αισιόδοξοι για κάτι τέτοιο. Διότι, αν αυτό δεν έγινε το 2012, όταν το σύστημα ήταν πολύ πιο αιφνιδιασμένο, οι Χριστόπουλοι, οι Λιάκοι και οι Βαρουφάκηδες ήταν ακόμα στην κοιτίδα τους του Σημίτη και του ΓΑΠ, ενώ η λαϊκή αγανάκτηση βρισκόταν στο ζενίθ, θα μπορέσει να γίνει άραγε σήμερα;
Εμείς πάντως, δεν θα πάψουμε να το ευχόμαστε γιατί θα συνιστούσε μια επιτάχυνση των αναπόφευκτων ιστορικών εξελίξεων που οδηγούν στη διαμόρφωση ενός πατριωτικού,δημοκρατικού, κοινωνικού και οικολογικού μετώπου.
Το μνημονιακό στρατόπεδο

Αντίθετα ο Σαμαράς πρέπει να είναι απολύτως ευτυχής με τα αποτελέσματα των εκλογών, δεδομένου ότι φοβόταν τα χειρότερα και την άμεση κατάρρευσή του, στην περίπτωση που η διαφορά με τον ΣΥΡΙΖΑ θα ήταν ακόμα μεγαλύτερη, και το κόμμα του θα βυθιζόταν πιο κάτω από το 22,7% που εν τέλει απέσπασε. Επιπλέον, η πτώση του ΠΑΣΟΚ σε διαχειρίσιμο επίπεδο, η κατάρρευση της ΔΗΜΑΡ που ήθελε να εμφανιστεί ως αντικυβερνητικός πόλος της «κεντροαριστεράς» και η ανάδειξη ενός νέου μπαλαντέρ όπως το ΠΟΤΑΜΙ, αποτελούν στοιχεία που μπορούν να επιτρέψουν έστω για ένα μικρό διάστημα ακόμα την επιβίωση του κυβερνητικού σχηματισμού.
Δεν ευοδώθηκε η απόπειρα της πυροδότησης μιας άμεσης κρίσης στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ, από την πλευρά του ΓΑΠ και της ΔΗΜΑΡ, την οποία ευελπιστούσε και ο ΣΥΡΙΖΑ, ενώ αντίθετα είναι δυνατόν και μάλλον βέβαιο ότι θα προστεθούν νέα κοινοβουλευτικά δεκανίκια στο εξασθενημένο κυβερνητικό στρατόπεδο, που θα προέλθουν από τη διάλυση της ΔΗΜΑΡ και ίσως από μια πιθανή κρίση των ΑΝΕΛ.
Η αποφυγή πλήρους κατάρρευσης του ΠΑΣΟΚ, δίνει τη δυνατότητα στο σύστημα όχι μόνο να κερδίσει χρόνο στη συνολική κυβερνητική στρατηγική, αλλά και να δρομολογήσει εξελίξεις για την ανασυγκρότηση της «κεντροαριστεράς». Και αυτό μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους: Ο πρώτος είναι η σταδιακή μεταβολή του ΣΥΡΙΖΑ στη νέα «κεντροαριστερά», κατεύθυνση που προδιαγράφεται εν μέρει από την εκλογική ενίσχυση των πασοκογενών του ΣΥΡΙΖΑ και της Δούρου στην περιφέρεια Αττικής, είτε μέσα από τη διαμόρφωση ενός νέου «κεντροαριστερού» πόλου μεταξύ ΠΑΣΟΚ, ΠΟΤΑΜΙΟΥ και υπολειμμάτων της ΔΗΜΑΡ, είτε –όπερ και το πιθανότερο– μέσα από ένα συνδυασμό και των δύο. Η διαμόρφωση εξάλλου ενός «κεντροαριστερού» πόλου από τις παραδοσιακές μνημονιακές δυνάμεις θα αποτελεί τον μοχλό για τον έλεγχο του ΣΥΡΙΖΑ και των εξελίξεων στο εσωτερικό του.
Το μόνο κόμμα το οποίο παρ’ όλο το συγκεχυμένο χαρακτήρα του εκφράζει μια πατριωτική και ταυτόχρονα αντιμνημονιακή και δημοκρατική κατεύθυνση είναι οι ΑΝΕΛ. Γι’ αυτό, και είναι λυσσαλέα και επίμονη η προσπάθεια να εξαφανιστεί από το πολιτικό σκηνικό. Όπως είχαμε τονίσει τρεις μέρες πριν, «ένα τέτοιο κόμμα, σε συμμαχία με όποιες πατριωτικές δυνάμεις υπάρχουν μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να αποτελέσει ένα μεγάλο πρόβλημα για όσους απεργάζονται τη συστημική ενσωμάτωση του ΣΥΡΙΖΑ . Και παρότι η ηγεσία των ΑΝΕΛ… δίνει πολύ συχνά μια αίσθηση αλαλούμ, αποτελεί παρόλα ταύτα έναν πόλο πατριωτικό και αυθεντικά αντιμνημονιακό! Είναι εξαιρετικά σημαντική η επιβίωση/μετασχηματισμός των ΑΝΕΛ . Διότι οι ΑΝΕΛ, δεν έχουν πλέον μέλλον ως κόμμα της “λαϊκής δεξιάς, αλλά θα πρέπει να μετασχηματιστούν πραγματικά σε “Ανεξάρτητους Έλληνες”, αν θέλουν να επιβιώσουν.» Αυτή μας η προεκλογική διαπίστωση επιβεβαιώθηκε πανηγυρικά στις ψήφους που έλαβαν οι υποψήφιοι ευρωβουλευτές της.
Προηγούνται οι Μαριάς, ΡωμανιάςΖουράριςΓεωργαντάΜαρκάτος, κ.λπ. ενώ στους πρώτους ψηφισθέντες δεν περιλαμβάνεται κανένας προερχόμενος από την παραδοσιακή δεξιά.
Κάτω από το 3%

Από τα σαράντα κόμματα και κομματίδια που κατέβηκαν σε αυτές τις ευρωεκλογές, τα τριάντα τρία, έλαβαν ποσοστό κάτω του 3% , συγκεντρώνοντας όμως ένα σχετικά σημαντικό ποσοστό των εκλογέων – μία ακόμα ένδειξη για την έλλειψη μεγάλων και πλειοψηφικών ρευμάτων στην ελληνική κοινωνία. Θα λέγαμε πως οι κυβερνητικοί αποδοκιμάστηκαν αλλά οι αντικυβερνητικοί δεν έπεισαν με αποτέλεσμα να επιταθεί η διασπορά και η διάχυση. Εντυπωσιακό είναι το ποσοστό που καταφέρνει να αποσπάσει ο Καρατζαφέρης, με το 2,7% που κέρδισε σε μια προεκλογική εκστρατεία ολίγων εβδομάδων, λειτουργώντας ως μια εν δυνάμει εφεδρεία της κυβερνητικής δεξιάς. Σημαντικό επίσης και ανέλπιστο ήταν το ποσοστό του Χατζημαρκάκη, μιας αστείας προσωπικότητας, που όμως κατόρθωσε να ξεπεράσει τον ακόμα πιο αστείο Τζήμερο και άλλους Σκυλακάκηδες. Οι Οικολόγοι Πράσινοι, στους οποίους επιχειρήθηκε μία στροφή έξω από τα παραδοσιακά μονοπάτια του εθνομηδενιστικού ευρωπαϊσμού τους, εν τέλει διασπάστηκαν, εμφανίστηκαν με δύο ψηφοδέλτια, και προβάλλοντας ένα εντελώς συγκεχυμένο προφίλ απέτυχαν και στις δύο εκδοχές τους (συγκεντρώνοντας 0,9% και 0,5% αντίστοιχα). Τα λεγόμενα «κόμματα της δραχμής», «Σχέδιο Β, ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ΕΠΑΜ, ΔΡΑΧΜΗ», κλπ, στο προνομιακό γι’ αυτά πεδίο των ευρωεκλογών, δεν μπόρεσαν να ξεπεράσουν το 2,5%, στο σύνολό τους, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά πως η «επαναστατική» πλειοδοσία σε μία κατεύθυνση που δεν έχει καμία σχέση με τις γεωπολιτικές πραγματικότητες της χώρας, δεν έχει καμία πιθανότητα πλέον.
Το μέτωπο

Η συγκρότηση του πατριωτικού- κοινωνικού- οικολογικού και δημοκρατικού μετώπου που έχει ανάγκη η χώρα θα μπορούσε να επιταχυνθεί εάν υπήρχε ένας διακριτός ιδεολογικοπολιτικός πόλος ικανός να επιταχύνει τις εξελίξεις στο ΣΥΡΙΖΑ και στην πολιτική ζωή της χώρας γενικά. Κατά τον ίδιο τρόπο που οι εσωτερικοί «ελεγκτές» της πολιτικής ορθότητας θεωρούν αποφασιστικής σημασίας, την ύπαρξη κομμάτων της συστημικής κεντροαριστεράς, για να μπορούν να ελέγχουν τόσο τη δεξιά (βλέπε συγκυβέρνηση) όσο και την αριστερά (ιδεολογικά και πολιτικά), η ύπαρξη ενός αντισυστημικού πατριωτικού πόλου θα μπορούσε να επηρεάσει καθοριστικά τις εξελίξεις στο σύνολο της αριστεράς αλλά και της κοινωνίας γενικότερα και να αφαιρέσει ταυτόχρονα το έδαφος κάτω από τα πόδια του ναζιστικού μορφώματος.
Γι’ αυτό, και οι αντίπαλοί μας κάνουν ότι μπορούν για να μην συγκροτηθεί τέτοιος πόλος (συκοφαντώντας προβοκάροντας, αποκλείοντας, προβάλλοντας τις πιο αστείες και ελεγχόμενες μορφές αυτού του χώρου έτσι ώστε να μείνει ανήμπορος μεταξύ του αντιφατικού χαρακτήρα των ΑΝΕΛ, και του …. «Σχεδίου Β» του Αλαβάνου. Προφανώς λοιπόν, για άλλη μια φορά αυτό το αίτημα τίθεται ακόμα πιο επιτακτικά. Και την επόμενη περίοδο θα πρέπει να παλέψουμε γι’ αυτό, αξιοποιώντας και δυνάμεις που αναδύθηκαν τόσο μέσα από τις αυτοδιοικητικές, όσο και τις ευρωπαϊκές εκλογές. Αλλά σε αυτό το ζήτημα θα χρειαστεί να επανέλθουμε τις επόμενες ημέρες.

Ευρωεκλογές 2014: τα αποτελέσματα και η σημασία τους για τη χώρα, Εκδήλωση Άρδην, Αθήνα 28/5


Ευρωεκλογές 2014: μπροστά στην κάλπη

Τρία κόμματα, μια επιλογή;
Τρία κόμματα, δύο κατευθύνσεις, ερίζουν για τη μελλοντική συμμετοχή τους σε κάποια νέα πιθανή πολιτική συμμαχία, σε περίπτωση που οι αντιμνημονιακές δυνάμεις κυριαρχήσουν στο πολιτικό σκηνικό την επόμενη περίοδο: Οι ΑΝΕΛ, από την αρχή της δημιουργίας τους, τοποθετήθηκαν ενάντια στις μνημονιακές δυνάμεις και εμφανίζονταν ως ένας πιθανός πολιτικός εταίρος του ΣΥΡΙΖΑ, σε περίπτωση ανατροπής. Από πέρυσι τον Ιούνιο, όταν αποχώρησε από την τρικομματική κυβέρνηση, εμφανίζεται ως αντιμνημονιακή και η ΔΗΜΑΡ του Κουβέλη, της Ρεπούση, του Παπαδόπουλου κ.ά. Τέλος, πρόσφατα αναδείχτηκε σε ρόλο μπαλαντέρ το «Ποτάμι».

Αυτές οι δυνάμεις, η πρώτη πατριωτική, έστω και αν είναι συχνά αρκετά χαώδης, και οι άλλες στον ιδεολογικό, πολιτικό και «αισθητικό» πυρήνα του εθνομηδενιστικού στρατοπέδου, σηματοδοτούν δύο διαμετρικά αντίθετες δυνατότητες και πιθανότητες συμμαχιών για την ηγεμονική δύναμη του αντιμνημονιακού στρατοπέδου, τον ΣΥΡΙΖΑ.

Γι’ αυτό και οι συστημικές δυνάμεις ενισχύουν με όλα τα μέσα τη ΔΗΜΑΡ – και, εσχάτως, το Ποτάμι. Η ΔΗΜΑΡ, ένα κόμμα που επιβιώνει παρά την προφανή έλλειψη λαϊκής βάσης, όσο περισσότερο συρρικνώνεται, τόσο περισσότερο ενισχύεται. Απολαμβάνει υπέρμετρη προβολή, ενώ πρόσφατα μετακινήθηκαν προς αυτό εκατοντάδες στελέχη του ΠΑΣΟΚ και όχι μόνο της «γεωργακικής» πτέρυγας –Κοππά, Καστανίδης κ.λπ.– αλλά και άλλων ομάδων, όπως οΣτέφανος Μανίκας κ.ά! Μάλιστα, το σύστημα φρόντισε να περιορίσει τις τάσεις φυγής –Ψαριανός, Λυκούδης, Παπαδόπουλος και άλλοι, που ήταν έτοιμοι να αποχωρήσουν– έτσι ώστε να συντηρηθεί ως πιθανός κυβερνητικός σύμμαχος του ΣΥΡΙΖΑ σε εθνομηδενιστική, συστημική κατεύθυνση. Ακόμα περισσότερο, ο Κουβέλης προσπαθεί να διεκδικήσει μια πιθανή θέση υποψηφίου για την Προεδρία της Δημοκρατίας, ως σημείο σύγκλισης όλων των εθνομηδενιστικών δυνάμεων – παράλληλα και δίπλα στον εκλεκτό άλλων ομάδων του συστήματος και του ΣΥΡΙΖΑ, τον Νίκο Κωνσταντόπουλο. 

Επειδή όμως η κυβερνητική «κεντροαριστερά» συρρικνώνεται ταχύτατα, οι συστημικές δυνάμεις έκαναν ό,τι μπορούσαν για να επιτύχουν την κατασκευή ενός «φρέσκου» σχήματος που θα προσέφερε νέο αίμα σε ένα φθαρμένο συγκρότημα. Και έκαναν πολλές απόπειρες για κάτι τέτοιο. Ας θυμηθούμε το σχήμα «Φλωρίδη-Απόστολου Δοξιάδη», με σπόνσορες τον Σημίτη, τον Ράμφο, την Καθημερινή και άλλα συγκροτήματα, πριν δύο ή τρία χρόνια. Αλλά ήταν πολύ νωρίς ακόμα, και πολύ φθαρμένα τα υλικά. Ακολούθησε, πρόσφατα, η αγωνιώδης προσπάθεια των «58», με τους ίδιους σπόνσορες και την τεράστια μηντιακή προβολή, από ΝΕΑ, ΒΗΜΑ, Έθνος, MEGA, κ.λπ., η οποία όμως επίσης απέτυχε, τόσο λόγω φθοράς υλικών, όσο και της αντίθεσης του Κουβέλη, που είχε ήδη είχε βάλει ρότα για τον ΣΥΡΙΖΑ και την… προεδρία. Έτσι έγινε η τελευταία απόπειρα, με το ΠΟΤΑΜΙ, από τους ίδιους ακριβώς σπόνσορες –ο Ράμφος βγήκε και ανοικτά να το στηρίξει στο Mega–, αποκλείοντας εντελώς τους απαξιωμένους πολιτικούς και ποντάροντας στο «κεντρο-αριστερό» λάιφ στάιλ, το οποίο είναι πολύ ισχυρότερο από τις απόψεις και τους πολιτικούς ενός ευτελισμένου και ολοκληρωτικά φθαρμένου πολιτικού χώρου. Και επειδή είναι γνωστό πως, όταν καταρρέει ένα ιδεολογικό σύστημα, οι συμπεριφορές και ο τρόπος ζωής που το εκφράζουν καταρρέουν τελευταίες, γι’ αυτό ο «φιλόσοφος» Ράμφος και ο «πολιτικός» Σημίτης αναγκάστηκαν να κρυφτούν πίσω από τον «απολίτικο» στυλίστα του εθνομηδενισμού, Σταύρο. Και φαίνεται πως το εγχείρημα αποδίδει, εν μέρει, τουλάχιστον, ψαλιδίζοντας τις αντιμνημονιακές δυνάμεις και ανασταίνοντας την «κεντροαριστερά ευαισθησία», με ένα σχήμα «που δεν παίρνει θέση», και άρα μπορεί να είναι μπαλαντέρ προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, είτε προς τους κυβερνητικούς είτε τους αντικυβερνητικούς.

Παράλληλα, οι ίδιες δυνάμεις κάνουν ό,τι μπορούν για να διαλυθούν οι ΑΝΕΛ και να μην υπάρχει πατριωτικός αντιμνημονιακός χώρος, που θα μπορούσε να ελέγξει σε κυβερνητικό επίπεδο και στη Βουλή, έστω εν μέρει, τον εθνομηδενισμό του ΣΥΡΙΖΑ. Ένα τέτοιο κόμμα, σε συμμαχία με όποιες πατριωτικές δυνάμεις υπάρχουν μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ, θα μπορούσε να αποτελέσει ένα μεγάλο πρόβλημα για όσους απεργάζονται μια συστημική ενσωμάτωσητου ΣΥΡΙΖΑ – κατ’ εξοχήν μέσω της ευρωλαγνείας ενός μεγάλου τμήματός του και των θέσεων του για τα εθνικά θέματα, το μεταναστευτικό κ.λπ. Και παρότι η ηγεσία των ΑΝΕΛ δεν κατόρθωσε να δημιουργήσει ένα συνεκτικό πολιτικό σχήμα και δίνει πολύ συχνά μια αίσθηση αλαλούμ, δεν παύει να αποτελεί έναν πόλο πατριωτικό και αυθεντικά αντιμνημονιακό!

Είναι προφανές, λοιπόν, πως για τις αντισυστημικές αντιμνημονιακές δυνάμεις είναι αποφασιστικής σημασίας η οριστική εξαφάνιση του ιδεολογικού πόλου του εθνομηδενισμού, της ΔΗΜΑΡ, και ο άμεσος περιορισμός της επιρροής του κόμματος του λάιφ στάιλ του εθνομηδενισμού, δηλαδή του «Ποταμιού».

Παράλληλα, είναι εξαιρετικά σημαντική η επιβίωση/μετασχηματισμός των ΑΝΕΛ. Διότι οι ΑΝΕΛ, με τη συρρίκνωση που έχουν υποστεί –τη διατήρηση της επιρροής της «Χρυσής Αυγής», τη συντήρηση μιας κάποιας δύναμης από τον Καρατζαφέρη και τον Πολύδωρα–, δεν έχουν πλέον μέλλον ως κόμμα της «λαϊκής δεξιάς», αλλά θα πρέπει να μετασχηματιστούν πραγματικά σε «Ανεξάρτητους Έλληνες», αν θέλουν να επιβιώσουν. Γι’ αυτό και στο Ευρωψηφοδέλτιό τους περιέλαβαν τον Ρωμανιά, τη Γεωργαντά, τον Σγουρίδη, τον Μαριά, τον Ζουράρι και άλλους προερχόμενους και από την Αριστερά και από το ΠΑΣΟΚ, με μόνη κοινή συνισταμένη την αντιμνημονιακή και πατριωτική κατεύθυνση. Και όσο το κόμμα αυτό θα βαδίζει προς αυτή την κατεύθυνση –η μόνη εφικτή αν θέλει να διασωθεί–, τόσο θα απομακρύνονται διάφοροι παραδοσιακοί δεξιοί πολιτικάντηδες, που θα τείνουν να επιστρέψουν στη Νέα Δημοκρατία, όπως έκανε ήδη ο Μαρκόπουλος. Βέβαια, η τύχη του σχήματος αυτού δεν έχει ακόμα τελεσίδικα σφραγιστεί, ωστόσο είναι το μόνο ταυτόχρονα αντιμνημονιακό και πατριωτικό πολιτικό σχήμα που διαθέτουμε αυτή τη στιγμή μέσα στη Βουλή. Και δεν πρέπει να αφήσουμε τον Πρετεντέρη και τον Παπαχρήστο –τωνΝέων και του Mega– να το διαλύσουν, όπως τόσο πολύ προσπαθούν, σε αγαστή σύμπνοια με τον «Ιό» της «Εφημερίδας των Συντακτών» και την εθνομηδενιστική ηγεσία της Αυγής. Αν πρόκειται να δώσει αύριο τη θέση του σε κάτι καινούργιο, αυτό θα γίνει μέσα από την εξέλιξη του κινήματος μας και όχι τα διάφορα μνημονιακά και εθνομηδενιστικά χαλκεία.

Όπως λοιπόν ήδη τονίζαμε στο Άρδην και τη Ρήξη: «Στις ευρωεκλογές, ανάλογα με την πολιτική μας κατεύθυνση, ας στηρίξουμε υποψηφίους και σχήματα που, παρά τις αδυναμίες τους, μπορούν να συμβάλουν θετικά. Μπορούμε να ψηφίσουμε τους Ανεξάρτητους Έλληνες και τον Ζουράρι, μήπως και φέρει κάποιον ελληνικό αέρα στην αραχνιασμένη Ευρωβουλή – και όσοι ελπίζουν στη σωτηρία από την εγκατάλειψη του ευρώ μπορούν να ψηφίσουν φίλους μας, όπως η Βίκυ Φερτάκη στο κόμμα της Δραχμής, στο ΑΣΚΕ, ή ακόμα και το ΚΚΕ, ή τον Πισσία στους Οικολόγους Πράσινους. Και επειδή, παρά τα όσα έχουμε αναλύσει εξαντλητικά, υπάρχουν και αυτοί που επιμένουν να ψηφίσουν ΣΥΡΙΖΑ, ας επιλέξουν στο ψηφοδέλτιό του κάποιες επιλογές που τουλάχιστον δεν είναι εθνομηδενιστικές – και όλοι τις γνωρίζουμε».

Ανακοίνωση Κίνησης Πολιτών ΑΡΔΗΝ για τις Αυτοδιοικητικές εκλογές της 18ης Μαΐου 2014

Αυτοδιοικητικές εκλογές της 18ης Μαΐου 2014:
τα πρώτα δείγματα γραφής ενός νέου πολιτικού αυτοδιοικητικού χώρου
Τα αποτελέσματα των αυτοδιοικητικών εκλογών της 18ης Μαΐου 2014 επιβεβαίωσαν σε γενικές γραμμές τις διαπιστώσεις που έχουμε κάνει την τελευταία περίοδο για την πολιτική και κοινωνική κατάσταση της χώρας. Έχουμε υπογραμμίσει πως, παρότι υπάρχει ένα ισχυρό αντιμνημονιακό και αντιγερμανικό ρεύμα στην Ελλάδα, αυτό δεν μπορεί να μεταφραστεί άμεσα σε ένα γενικευμένο ρεύμα πολιτικής αλλαγής. Συνέπεια αυτού του γεγονότος είναι τόσο η έντονη απόκλιση ανάμεσα στη γενική πολιτική αντίθεση και το τοπικό ρίζωμα των αντιμνημονιακών δυνάμεων και κομμάτων, όσο και ο τραγικός και ατελέσφορος διχασμός στο εσωτερικό του ίδιου του λαϊκού σώματος, ανάμεσα σε δυνάμεις που στρέφονται προς την παραδοσιακή αριστερά, και κυρίως τον ΣΥΡΙΖΑ, και άλλες οι οποίες φθάνουν ακόμα και να ενισχύουν ένα καταδιωκόμενο από τη δικαιοσύνη νεοναζιστικό μόρφωμα.
Όπως έχουμε καταδείξει, αυτό αποτελεί συνέπεια πρωτίστως της εγκατάλειψης του πατριωτισμού από τις κυρίαρχες μορφές της Αριστεράς, που φάνηκε για άλλη μια φορά ανάγλυφα τόσο στη στελέχωση του ευρωψηφοδελτίου του ΣΥΡΙΖΑ, όπου ο Μανώλης Γλέζος και ελάχιστοι άλλοι τοποθετήθηκαν για να σώσουν τα προσχήματα σε ένα κατ’ εξοχήν εθνομηδενιστικό ψηφοδέλτιο, όσο και στις περιπτώσεις υποψηφίων όπως εκείνη της Δυτικής Μακεδονίας ή της παρ’ ολίγον(!) συμμετοχής της Σαμπιχά Σουλεϊμάν στο ευρωψηφοδέλτιό του. Έτσι καθίσταται δυνατό να εμφανίζεται το ναζιστικό κόμμα ως εκφραστής του πατριωτισμού και να ψηφίζεται, όπως συνέβη στην Αθήνα, ακόμα και από ψηφοφόρους που επέλεγαν τη Δούρου στην Περιφέρεια Αττικής (!), ακραία έκφραση της σύγχυσης στην οποία έχει περιέλθει η ελληνική κοινωνία.
Οι αντιμνημονιακές δυνάμεις, αντί να συμπήξουν ένα ενιαίο μέτωπο εθνικοαπελευθερωτικού, κοινωνικού και οικολογικού χαρακτήρα, είναι διασπασμένες, ενίοτε σε ανταγωνιστικές κατευθύνσεις, και εκπέμπουν απόλυτα συγκεχυμένα μηνύματα προς τον λαό. Ταυτόχρονα, όπως φάνηκε στη συντριπτική πλειοψηφία των δήμων (ακόμα και εκείνων της Αττικής), εκτός από την Αθήνα και την περιφέρεια Αττικής –όπου πρυτάνευσε μια γενική πολιτική λογική–, οι παραδοσιακές και στη μεγάλη πλειοψηφία τους «μνημονιακές» πολιτικές δυνάμεις εξακολουθούν να έχουν ισχυρή πρόσβαση στην κοινωνία και κάποτε να υπερτερούν συντριπτικά. Αυτό καταδεικνύει αδιαμφισβήτητα τη δεύτερη διαπίστωσή μας, ότι η ελληνική κοινωνία βρίσκεται ακόμα σε μια φάση συγκεχυμένης απόρριψης του μεταπολιτευτικού κατεστημένου χωρίς να έχει οικοδομήσει θεσμούς και δυνάμεις, ικανές να στηρίξουν μια πραγματική ανατροπή του κυρίαρχου μοντέλου. Είμαστε ακόμα στη φάση της απόρριψης (εξ ου και το φαινόμενο Χρυσή Αυγή) και όχι της οικοδόμησης μιας συνεκτικής οραματικής πρότασης γι’ αυτή την περιβόητη «νέα Ελλάδα», που τόσοι διεκδικούν φραστικά.
Ταυτόχρονα όμως –και αυτό είναι το αισιόδοξο μήνυμα– έχουν αρχίσει να συγκροτούνται κινήσεις και συσπειρώσεις μέσα στο ίδιο το λαϊκό σώμα που μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για κάτι αυθεντικά καινούργιο, οραματικά και πρακτικά. Έχουμε μιλήσει πολλές φορές για κινήσεις οργάνωσης συνεταιρισμών, ομάδων αλληλεγγύης ή ακόμα και μετακίνησης από τις μεγάλες πόλεις προς την ύπαιθρο, που έχουν καταγραφεί τα προηγούμενα χρόνια και ενισχύονται. Οι δημοτικές εκλογές αποτέλεσαν την ευκαιρία να αναδειχθούν και να ενισχυθούν αντίστοιχες κινήσεις και στο αυτοδιοικητικό επίπεδο. Σε όλη την Ελλάδα, συγκροτήθηκαν δημοτικές κινήσεις με μικρότερο ή υψηλότερο βαθμό συνοχής και πολιτικοποίησης.
Γι’ αυτό και εμείς, ως Άρδην, επιλέξαμε τόσο να προωθήσουμε κάποιες δημοτικές κινήσεις εκεί που μπορούσαμε να το πράξουμε, όσο και να στηρίξουμε ανάλογες πρωτοβουλίες σε όλη την Ελλάδα.
Στην Κομοτηνή, η αυτοδιοικητική κίνηση του «Σπάρτακου», παρ’ ότι υπέστη το απόλυτο μποϋκοτάζ του τουρκικού προξενείου, συγκέντρωσε περίπου 9,5% των ψήφων και, ενώ είχε μόλις έναν δημοτικό σύμβουλο, τώρα εξέλεξε 3 συμβούλους.
Στη Θεσσαλονίκη, η κίνηση νέων «Μένουμε Θεσσαλονίκη», όχι μόνο κατόρθωσε να επιβάλει για πρώτη φορά στη δημόσια συζήτηση το ζήτημα της φυγής των νέων ως κεντρικό διακύβευμα της περιόδου, αλλά και να εκλέξει, με την πρώτη της εμφάνιση, έναν δημοτικό σύμβουλο στην πόλη, συγκεντρώνοντας 3.000 ψήφους.
Στην Πάτρα, η αυτόνομη δημοτική κίνηση «Κοινοτικόν» πέτυχε επίσης να εκλέξει δημοτικό σύμβουλο στην πρώτη της εμφάνιση, σε ένα περιβάλλον ακραίας κομματικοποίησης και παραγοντισμού.
Στον δήμο Ξηρομέρου, της Δυτικής Ελλάδας, ο δημοτικός συνδυασμός «Συμπολιτεία Ξηρομεριτών», με προτάσεις που προσπάθησαν να ανατρέψουν το κυρίαρχο μοντέλο ανάπτυξης (βλέπε λιμάνι Αστακού, τουριστικά μεγαθήρια από Άραβες επενδυτές και υπερεπέκταση των ιχθυοτροφείων), κατόρθωσε να συγκεντρώσει 11% των ψήφων και να εκλέξει δύο δημοτικούς συμβούλους.
Στον δήμο Βριλησσίων της Αττικής, ο συνδυασμός «Δράση για μια άλλη πόλη» συγκέντρωσε το 15,5% των ψήφων, εκλέγοντας τρεις δημοτικούς συμβούλους, αναδεικνυόμενος σε τρίτη αυτοδιοικητική δύναμη, παρά την αυτόνομη εκλογική κάθοδο των δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ.
Αλλά και σε πολλές άλλες περιπτώσεις (όπως στο Χαλάνδρι, στη Δάφνη-Υμηττό, τη Λάρισα, τις Αχαρνές, ακόμα τον Δήμο Αθηναίων) υπήρξε παρουσία και ενίσχυση αυτοδιοικητικών δυνάμεων που στηρίξαμε με τον ένα ή άλλο τρόπο, και προφανώς δεκάδες άλλες κινήσεις σε όλη την Ελλάδα.
Βεβαίως, όλα αυτά δεν έχουν προσλάβει ακόμα τέτοιες διαστάσεις, σε συνολικό εθνικό επίπεδο, ώστε να επιτρέπουν να συναγάγουμε το συμπέρασμα πως οι νέες πολιτικές δυνάμεις, που θέλουν να συνδυάσουν τον πατριωτισμό με την κοινωνική ευαισθησία, την οικολογία με την άμεση δημοκρατία και την πολιτιστική αναγέννηση του τόπου, έχουν ενισχυθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να μπορούν να σφραγίσουν τα αποτελέσματα των εκλογών. Αποτελούν ωστόσο μια θετική ένδειξη, ένα φωτεινό σημάδι και μια ενθάρρυνση για να συνεχίσουμε σε αυτή την κατεύθυνση. Έτσι ώστε, όχι μόνο μέσα από τη γενική ιδεολογική και πολιτική μας παρέμβαση, από τα «πάνω», αλλά και από την ίδια την κοινωνική βάση, «από τα κάτω», την αυτοδιοίκηση, τις τοπικές κοινωνίες, να αρχίσει να διαμορφώνεται ένας νέος πολιτικός πόλος στην πατρίδα μας. Και είμαστε βέβαιοι πως τα επόμενα χρόνια αυτός θα συγκροτηθεί, σε πείσμα όλων των αντίπαλων δυνάμεων, σε πείσμα της σύγχυσης, σε πείσμα ψευδών δήθεν εναλλακτικών λύσεων. Η συγκρότησή του αποτελεί προϋπόθεση για να αρθεί επί τέλους ο διχασμός ανάμεσα στην πατριωτική και την κοινωνική διάσταση του κινήματός μας, η οποία και μόνη μπορεί να αποφύγει νέες οδυνηρές περιπέτειες στη χώρα μας.
Εξάλλου δεν πρέπει να ξεχνάμε πως απέναντι σε ένα νέο πιθανό αδιέξοδο στο οποίο μας οδηγεί άσφαλτα η παρούσα ηγεσία των «αντιμνημονιακών» δυνάμεων δεν καραδοκεί μόνο η Χρυσή Αυγή, αλλά και οι χρηματοδότες της, που είναι ακόμα πιο επικίνδυνοι. Και μην ξεχνάμε ποτέ πως ο Μαρινάκης στον Πειραιά και ο Μπέος στον Βόλο, που αποτελούν ένα ακόμα ηχηρό αρνητικό μήνυμα των εκλογών, δεν αποτελούν παρά την ορατή όψη ενός νέου παγόβουνου που αναδύεται. Εξάλλου στην Ιταλία ο Μπερλουσκόνι κυριάρχησε για δεκαετίες σχεδόν, μετά την κατάρρευση της ιταλικής χαβιαροαριστεράς, σε συνεργασία με τους νεοφασίστες του Φίνι και την Λέγκα του Βορρά.
 Κίνηση Πολιτών Άρδην

Η συμμαχία Εξαρχείων - Κολωνακίου αναθερμαίνεται

Μετά την αποχώρηση της ανανεωτικής τάσης του Κουβέλη από τον ΣΥΡΙΖΑ, πριν σχεδόν τέσσερα χρόνια (Ιούνιος 2010), φάνηκε ότι η σύμπραξη ανανεωτικής-εκσυγχρονιστικής (σχηματικά το Κολωνάκι) με τη ριζοσπαστική-κινηματική (σχηματικά τα Εξάρχεια) αριστερά είχε τελεσίδικα διαρραγεί. Η αριστερά του Κολωνακίου διέσχισε τότε τον Ρουβικώνα της και χάραξε πορεία για τη συγκυβέρνηση που υλοποιήθηκε δύο χρόνια μετά. Η εξαρχειώτικη αριστερά επένδυσε στον αντιμνημονιακό αγώνα και στη διασύνδεση με το παλαιό ΠΑΣΟΚ, που έφυγε από το καταρρέον ΠΑΣΟΚ του Γιωργάκη. Το γεγονός ότι δεν προέκυψε ένας αυθεντικός αντιμνημονιακός πολιτικός σχηματισμός μετά το κίνημα των Αγανακτισμένων, το 2011, είχε ως αποτέλεσμα να καρπωθεί ο ΣΥΡΙΖΑ το μεγαλύτερο μέρος των αντιμνημονιακών ψήφων.

Ο ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του 2012 πήρε τη μερίδα του λέοντος των αγανακτισμένων παλαιοπασόκων, αυτούς στόχευε, άλλωστε, και ο Τσίπρας, στην προεκλογική περίοδο, όταν είχε μεταμφιεστεί σε κλώνο του Ανδρέα Παπανδρέου. Οι βουλευτές που προέρχονταν από το παλαιό ΠΑΣΟΚ εκλέχτηκαν με μεγάλη διαφορά ψήφων από αυτούς του ΣΥΡΙΖΑ των συνιστωσών (χαρακτηριστικά τα παραδείγματα των Κουρουμπλή, Σακοράφα, Μητρόπουλου κ.ά.), ενώ, από τους 71 βουλευτές που εξέλεξε ο ΣΥΡΙΖΑ, ο αριθμός των πασοκογενών ήταν σημαντικός. Οι πασοκογενείς ίσως να πίστεψαν ότι με τη συμβολή που είχαν στο να ανέλθει το κόμμα από το 4% στο 26%, αν δεν έχαιραν ιδιαίτερης μεταχείρισης, τουλάχιστον θα ήταν ισότιμοι παίχτες. Διαψεύστηκαν πανηγυρικά, γιατί για ένα ισχυρό κομμάτι του ΣΥΡΙΖΑ, που προέρχεται από τον παλιό Συνασπισμό και από διάφορες συνιστώσες και ελέγχει τα τεκταινόμενα της Κουμουνδούρου, πιο μισητό ιδεολογικά, πολιτικά και αισθητικά από το εκσυγχρονιστικό ΠΑΣΟΚ του Σημίτη και το παγκοσμιοποιητικό ΠΑΣΟΚ του Γιωργάκη ήταν το λαϊκό, πατριωτικό, παλαιό ΠΑΣΟΚ! Το ΠΑΣΟΚ, δηλαδή, που πήγε στον ΣΥΡΙΖΑ.

Οι πασοκογενείς θα μπορούσαν να έχουν έναν ισότιμο ρόλο στον ΣΥΡΙΖΑ αν οι ψήφοι που έλαβαν στις εκλογές του 2012 μετατρέπονταν, έως έναν βαθμό, σε νέα μέλη που θα γράφονταν στον ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά οι εγγραφές νέων μελών στο ΣΥΡΙΖΑ, απόρροια και της αναιμικής αντιπολιτευτικής στάσης του ΣΥΡΙΖΑ, ήταν περιορισμένες (πάντα με βάση υπολογισμού τον εξαπλασιασμό του ποσοστού του). Και τα νέα μέλη που προσχώρησαν, πιο πολύ προέρχονταν από παλαιούς συνασπιστές που είχαν παροπλιστεί, ή πρώην αριστεριστές που είδαν στον ΣΥΡΙΖΑ μια ευκαιρία να επαναδραστηριοποιηθούν, παρά πρώην πασόκοι. Αυτοί στράφηκαν μάλλον προς τις υπάρχουσες τάσεις του ΣΥΡΙΖΑ παρά προς τους πασοκογενείς.
Τα αποτελέσματα φάνηκαν στο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ πέρυσι το καλοκαίρι, όπου έγινε πραγματική σφαγή των πασοκογενών, αφού στην Κεντρική Επιτροπή εκλέχτηκαν μόλις τρεις (Μητρόπουλος, Χρυσόγονος και Τεμπονέρας) στα 180 μέλη της ΚΕ και μάλιστα αρκετά χαμηλά στη λίστα των εκλεγμένων, όταν συνιστώσες, όπως για παράδειγμα η ΚΟΕ, κατόρθωσαν να εκλέξουν περισσότερους στην ΚΕ (η ΚΟΕ εξέλεξε πέντε). Στην Πολιτική Γραμματεία, με τα είκοσι ένα μέλη, οι πασοκογενείς κατόρθωσαν με δυσκολία να στείλουν έναν εκπρόσωπό τους (τον Μητρόπουλο). Το μήνυμα που έστειλε το συνέδριο στους πασοκογενείς ήταν ξεκάθαρο, θέλουμε τις ψήφους σας, αλλά όχι εσάς.

Τα όσα έγιναν πέρυσι το καλοκαίρι στο συνέδριο δεν είναι άσχετα με τα όσα διαδραματίζονται τον τελευταίο μήνα με το ευρωψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ, το οποίο είναι λες και βγήκε από τα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας, στα πρώτα βήματά του. Από τη μια έχει σημαντικό αριθμό στελεχών που βρίσκονται στον χώρο του Συνασπισμού επί δεκαετίες (Γολέμης, Καλύβης, Κυρίτσης, Λάσκος, Μηλιός Μπένος, Παπαδογιάννη, κ.ά.), μαζί με κάποια νεώτερα από τη νεολαία Συνασπισμού (Μπουρνούς, Σβίγκα κ.ά.). Από την άλλη, είναι οι προσθήκες με πολύ συγκεκριμένο στίγμα π.χ. Σια Αναγνωστοπούλου, από τις πιο συνεπείς φωνές υπεράσπισης των κάθε λογής σχεδίων Ανάν και γενικότερα των τουρκικών θέσεων, Κρίτωνας Αρσένης, πρώην εκλεκτός του ΓΑΠ, Στέλιος Κούλογλου, από το πλούσιο βιογραφικό του θυμίζουμε μόνο ότι ήταν στο ΔΣ της ΕΡΤ επί ΓΑΠ, Δημήτρης Χριστόπουλος, μεταγραφή από το επιτελείο του Καμίνη που στήριζε στις προηγούμενες δημοτικές εκλογές και Αντώνης Κανάκης από το επιτελείο της Κατσέλη. Η στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ σε αυτήν τη φάση είναι να ανοιχτεί στο εκσυγχρονισικό ΠΑΣΟΚ και στους πρώην συντρόφους του Κολωνακίου, που πήραν το 2010 άλλο δρόμο. Στρατηγική που θα γινόταν εμφαντικότερη αν προχωρούσε το φλερτ του Τσίπρα με πρόσωπα όπως ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, η Μυρσίνη Ζορμπά, αντιπρόεδρος παλαιότερα του ΟΠΕΚ, στον οποίο ήταν πρόεδρος ο σύζυγός της Αντώνης Λιάκος, και αρκετοί άλλοι που είχαν συνδεθεί πολύ στενά με το περιβάλλον Σημίτη και τώρα έχουν προσεγγίσει τον ΣΥΡΙΖΑ και αποκλείστηκαν λόγω της αντίστασης του Λαφαζάνη. Η περίπτωση Σαμπιχά ανέστειλε προσωρινά το σχέδιο και εξανάγκασε τον Τσίπρα να βάλει στο ψηφοδέλτιο τον Μανώλη Γλέζο, αλλά μετά τις ευρωεκλογές είναι σίγουρο ότι η προσπάθεια θα συνεχιστεί.
Στην αναθέρμανση των σχέσεων Εξαρχείων-Κολωνακίου ρόλο παίζει η αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ από τη συγκυβέρνηση και το ότι δεκάδες στελέχη της, που είχαν απορροφηθεί στον κρατικό μηχανισμό, σε διάφορες γενικές γραμματείες, αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν. Με τα ποσοστά της ΔΗΜΑΡ να είναι εκεί γύρω από το όριο του 3% και αφού πια η εποχή των μνημονίων φτάνει στο τέλος της, για τον απλό λόγο ότι πέτυχαν όλα όσα ήθελαν να πετύχουν, αυτά τα στελέχη και πολλά άλλα, που παρείχαν πιο διακριτική στήριξη στη ΔΗΜΑΡ, σκέφτονται ότι έχει έρθει η στιγμή να προσεγγίσουν τους παλιούς συντρόφους τους. Και ανάλογες σκέψεις γίνονται εξάλλου και στην ίδια την ηγεσία της ΔΗΜΑΡ. Άλλωστε και ο ΣΥΡΙΖΑ το τελευταίο διάστημα έχει δώσει «δείγματα σοβαρότητας», τόσο με δηλώσεις σαν αυτές του Δραγασάκη, ότι η κρίση είναι δική μας και δεν μας την προκάλεσε η Γερμανία, ή με το νέο σχέδιο Ανάν που ετοιμάζεται στην Κύπρο, όπου επίσημα ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει πάρει θέση, ενώ η τάση της ΑΝΑΣΑ (ΑΚΟΑ, Εποχή, ΡΟΖΑ) δίνει λυσσώδη αγώνα υπέρ του νέου σχεδίου που φέρνουν εσπευσμένα οι Αμερικανοί. 

Η επαναπροσέγγιση Εξαρχείων–Κολωνακίου μετά τις ευρωεκλογές θα είναι ταχύτερη και οι πατριωτικές φωνές εντός του ΣΥΡΙΖΑ, λόγω της οργανωτικής τους αδυναμίας και της πολυδιάσπασής τους εντός του ΣΥΡΙΖΑ (πασοκογενείς, όσοι κινούνται γύρω από τον Λαφαζάνη και όσοι βρίσκονται πέριξ της ΚΟΕ), θα βρεθούν με την πλάτη στον τοίχο. Το κρίμα είναι ότι ο πατριωτικός δημοκρατικός χώρος, αν και συσπειρώνει ένα ποσοστό πολιτών πάνω από το 10%, δεν έχει έναν πολιτικό χώρο να τον εκπροσωπεί, ελπίζουμε όμως όχι για πολύ ακόμα.