Οι ψευδοεκσυγχρονιστές συναντούν τους ψευδοπατριώτες

Άρθρο του Γιώργου Καραμπελιά 
Αναρίθμητες φορές από την έναρξη της κρίσης έχουμε επαναλάβει πως ένας αποφασιστικός παράγοντας για την πυροδότησή της και την παρατεταμένη διάρκειά της υπήρξε η γενικευμένη φθορά και διαφθορά του πολιτικού και πνευματικού κατεστημένου της χώρας. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, εξάλλου, καταδεικνύουμε τον καταστροφικό ρόλο που διαδραμάτισε η λεγόμενη παγκοσμιοποίηση και ο εκσυγχρονιστικός εθνομηδενισμός σε αυτή την αποσύνθεση των ελίτ της χώρας. Οι ψευδοεκσυγχρονιστές τύπου Σημίτη και οι ψευδολαϊκιστές τύπου Τσοχατζόπουλου επιτάχυναν την καταστροφή της χώρας, από τα Ίμια μέχρι τον Οτσαλάν, το χρηματιστήριο και το μεγάλο πάρτι των Ολυμπιακών Αγώνων. Από τη δεκαετία του 1990 εξάλλου προσπαθούσαμε να καταδείξουμε πως οι ελίτ της ύστερης μεταπολίτευσης σάπιζαν στην κορυφή της εξουσίας, δηλητηριάζοντας και μολύνοντας το σύνολο του κοινωνικού σώματος. Η κρίση του 2009 δεν αποτέλεσε παρά την κορύφωση της εγκληματικής δράσης τους, όπως τόσο προσφυώς καταδεικνύει και το βιβλίο του Μιχάλη Ιγνατίου. Γι’ αυτό και η διαδικασία αυτών των πέντε χρόνων υπήρξε πολύ περισσότερο επώδυνη ξεσκεπάζοντας τη γύμνια του πολιτικού προσωπικού του εκσυγχρονισμού (που έφτασε να εκπροσωπείται εσχάτως από τον Σταύρο Θεοδωράκη και τη Φώφη Γεννηματά, μετά τον Σημίτη και τον ΓΑΠ).
Ωστόσο, αυτή η κριτική μας απεδείχθη ημιτελής και ανίκανη να συλλάβει την έκταση της κρίσης και της παρακμής. Διότι, τα πέντε αυτά χρόνια, ήρθαν να καταδείξουν πως φθαρμένη ως το μεδούλι, αν όχι και τόσο διεφθαρμένη όσο η πρώτη, ήταν και η λεγόμενη πατριωτική και αντιεκσυχρονιστική πτέρυγα των ελίτ. Από αυτήν, μέσα σε πέντε χρόνια, ανεδείχθησαν στο προσκήνιο τρεις πολιτικές δυνάμεις που εμφανίστηκαν με πατριωτικό και αντιμνημονιακό πρόσημο. Ο ΣΥΡΙΖΑ, μια συνένωση ευρωκομουνιστών και αριστεριστών ποικίλης προέλευσης, οι ΑΝΕΛ, προερχόμενοι από τη δεξιά, και η Χ.Α., ως η μετεξέλιξη ενός ναζιστικού γκρουπούσκουλου. Παράλληλα με αυτές αναπτύχθηκαν και άλλες μικρότερες ομάδες και κινήσεις, όπως, προς στιγμήν, η ΣΠΙΘΑ υπό τον Μίκη Θεοδωράκη, το ΕΠΑΜ του Καζάκη, το σχέδιο Β του Αλαβάνου. Τόσο μεγάλη μάλιστα υπήρξε η απαξίωση του ψευδοεκσυγχρονιστικού πολιτικού κόσμου υπό τον ΓΑΠ, ώστε οι πατριωτικές και αντιμνημονιακές δυνάμεις, χωρίς βεβαίως την Χ.Α. ή τη Σπίθα και τον Καζάκη, βρέθηκαν και στην κυβερνητική εξουσία.
Επί πέντε χρόνια υποβάλλαμε σε κριτική τον αντιμνημονιακό χώρο καταδεικνύοντας τις τεράστιες αντιφάσεις του. Πώς ήταν δυνατόν, για παράδειγμα, να επικαλείται τον πατριωτισμό και να αγνοεί εντελώς την επιδείνωση της γεωπολιτικής θέσης της χώρας, ως συνέπεια της κρίσης; Πώς ήταν δυνατόν να είναι όντως πατριωτικός ένας χώρος που περιλαμβάνει στους κόλπους του έναν τεράστιο αριθμό εθνομηδενιστών, από τον Λιάκο ως τον Χριστόπουλο, που μόλις είχαν αυτομολήσει από το στρατόπεδο του Σημίτη και του ΓΑΠ, έως τον Νταβανέλο και τον Μηλιό, που χαρακτηρίζει την Ελλάδα ιμπεριαλιστική χώρα; Ή, από την απέναντι όχθη, να αναλαμβάνουν την εκπροσώπηση του πατριωτισμού ζηλωτές του Χίτλερ και των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής;
Και τα αποτελέσματα είναι εδώ, μπροστά μας. Πέντε μήνες διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ οδήγησαν σε ακόμα βαθύτερη κρίση, ανεργία και διάλυση του κοινωνικού ιστού, ενώ, την ίδια στιγμή, χιλιάδες δυστυχισμένοι μετανάστες κατακλύζουν τα νησιά και τις πλατείες των πόλεων χωρίς ούτε να αποτρέπεται η είσοδός τους ούτε, από την άλλη, να τους προσφέρεται οποιαδήποτε πραγματική διέξοδος. Παράλληλα, προωθείται και ο νόμος για την ιθαγένεια που στοχεύει στην ολοκλήρωση της αποεθνικοποίησης μιας χώρας σε παρακμή. Και όμως, οι δήθεν εκφραστές του «πατριωτικού χώρου» περί άλλα τυρβάζουν.
Ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Μανώλης Γλέζος καλούν σε μια ακαθόριστη αντίσταση, αγνοώντας απολύτως την οικονομική, πολιτιστική, δημογραφική και γεωπολιτική κατάσταση της χώρας, κυνηγώντας απελπισμένα τα νιάτα τους που έφυγαν και ξεχνώντας την ευθύνη τους απέναντι στην ίδια τους την ιστορία. Ο Χρήστος Γιανναράς λιβανίζει επί ένα πεντάμηνο τον μοιραίο και ατάλαντο νεανία που παριστάνει τον πρωθυπουργό. Ο Κώστας Ζουράρις διακηρύσσει urbi et orbi τον έρωτά του για τον ΣΥΡΙΖΑ και την επιθυμία του να ενταχθεί σ’ αυτόν, για την οποία είναι διατεθειμένος, όπως λέει, «να ψηφίσει και την παραχώρηση της Μακεδονίας εις τα Σκόπια». Δεκάδες και εκατοντάδες άλλοι άνθρωποι και «στελέχη» του πατριωτικού χώρου, αφού πρώτα έτρεχαν πίσω από τον Γιωργάκη, τώρα κλείνουν τα μάτια μπροστά στην εθνική καταστροφή που φέρνει ο ΣΥΡΙΖΑ και επικροτούν τις αθλιότητες της Ζωής Κωνσταντοπούλου. Πώς να μη θλίβεσαι βαθύτατα όταν βλέπεις ανθρώπους που προσέφεραν στην πολιτική, πολιτιστική και πνευματική ζωή του τόπου να ευτελίζονται και να έχουν απολέσει κάθε στοιχείο ευθυκρισίας;
Πόσοι και πόσοι «πατριώτες» και φίλοι μας δεν έκαναν γαργάρα τον πατριωτισμό τους στηρίζοντας ένα εθνομηδενιστικό κόμμα το οποίο αναπόδραστα θα επιφέρει νέες καταστροφές στη χώρα. Και αυτό θα έπρεπε να είναι προφανές στον καθένα. Στον καθένα που θεωρεί πρωταρχικά ζητήματα τη δημογραφική κατάρρευση και τη μετανάστευση των νέων, την οθωμανική παρουσία και απειλή στην Κύπρο και τη Θράκη, τη μεταβολή της Ελλάδας σε μεταναστευτικό χώρο-ταμπόν μεταξύ Ανατολής και Δύσης, στον καθένα που θεωρεί πρώτιστο ζήτημα την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Αν, αντίθετα, οι πρώτες σου προτεραιότητες είναι η φιλελευθεροποίηση της χρήσης ναρκωτικών, το γκέι παρέιντ της προέδρου Ζωής και τα ανοιχτά σύνορα για τους μετανάστες -που ήδη εφαρμόζει το δίδυμο Δρίτσα, που ελέγχει το λιμενικό, και Τασίας Χριστοδουλοπουλου, που είναι υπουργός μετανάστευσης-, πώς θα ήταν δυνατό να πάρεις και τις σωστές και κατάλληλες αποφάσεις για τα πολιτικά πράγματα της χώρας ή για τη διαπραγμάτευση με τους εταίρους; Εκσυγχρονιστές αλά ΓΑΠ και όψιμοι «πατριώτες», αλά Τσίπρα, δεν είναι δυνατόν να θέτουν ως πρώτη προτεραιότητα το συμφέρον της χώρας, αλλά θέτουν πάντα πρώτο το συμφέρον της κάστας τους, το συμφέρον του κόμματός τους, το συμφέρον του εαυτούλη τους και της εξουσίας τους. Είτε για να φέρουν το ΔΝΤ και τα μνημόνια, είτε για να ολοκληρώσουν το έργο της καταστροφής.
Δυστυχώς, λοιπόν, τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα από ό,τι φανταζόμαστε. Και επαναλαμβάνεται με μορφή καρικατούρας το μόνιμο δίπολο της ελληνικής ιστορίας. Οι ψευδοπατριώτες ολοκληρώνουν την καταστροφή που εγκαινίασαν οι ψευδοεκσυγχρονιστές. Και το ότι αυτό το θανατερό δίπολο έχει προσλάβει τη μορφή καρικατούρας καταδεικνύεται και από το επίπεδο του πολιτικού προσωπικού. Αρχίζοντας από έναν άβουλο πρόεδρο της Δημοκρατίας, που δεν τολμάει να κάνει οποιαδήποτε κίνηση, ακόμα να απειλήσει και με παραίτηση, προκειμένου να προκαλέσει μια ταραχή στις πολιτικές ηγεσίες, μέχρι την ανάδειξη της… Φώφης στη θέση που ήταν κάποτε ο Ανδρέας Παπανδρέου (θα πει κάποιος, πάλι καλά, γιατί δεν μπορεί να κάνει μεγάλες καταστροφές!). Το γεγονός πως ένα άτομο τύπου Βαρουφάκη εξακολουθεί ακόμα, παρά τις πανωλεθρίες που έχει επισωρεύσει, να ακκίζεται και να κορδακίζεται ενώ χιλιάδες χαχόλοι τον χειροκροτούν είναι η μεγαλύτερη απόδειξη του γεγονότος πως, δυστυχώς, η κρίση έχει πάει πολύ βαθύτερα από ό,τι νομίζαμε.
Είναι δυστυχώς κρίση του ίδιου του λαϊκού σώματος, σε βάθος και πλάτος, είναι η έκφραση της βαθύτατης παρακμής του έθνους μας. Και προφανώς, για να υπάρξει θεραπεία, θα κατέβουμε ακόμα πιο κάτω τα σκαλιά της κρίσης και της παρακμής, μέχρις ότου οι τίμιοι και αξιοπρεπείς άνθρωποι, που εξακολουθούν να υπάρχουν σ’ αυτή τη χώρα, απελευθερωθούν εντελώς από Τσίπρες, Παπαδάκηδες, Λαζόπουλους, Καμένους, Σαμαράδες, και αποφασίσουν πως θα πρέπει να υπάρξει επιτέλους ένα κίνημα ενάντια στην παρακμή, που θα σαρώσει ολοκληρωτικά και αμετάκλητα όλον αυτό τον θίασο των διεφθαρμένων ή ανικάνων (συχνά και τα δύο μαζί) που κυριαρχεί στη ζωή του τόπου. Θα αποφασίσουν άραγε οι άνθρωποι που βρίσκονται στα σπίτια τους, στα χωριά τους, στις δουλειές τους, να πάρουν τη σκούπα που χρειάζεται και να σαρώσουν το σύνολο των φθαρμένων ψευδοελίτ που οδηγούν τη χώρα στην ολοκληρωτική καταστροφή; Θ’ αποφασίσουν κάποτε να βγουν από την, έστω αξιοπρεπή, ιδιώτευσή τους; Όσο δεν το κάνουν, θα συνεχίζουν να παραδίδουν τη μοίρα τους, τη δική τους και των παιδιών τους, στους Βαρουφάκηδες, τους Αδώνιδες, τους Λεουτσάκους και τις Ζωές.
Αυτό που σήμερα χρειάζεται η Ελλάδα και ο λαός της είναι μία κυριολεκτική επανάσταση ενάντια στις ελίτ κάθε είδους και κάθε απόχρωσης, όχι γιατί κάποτε πολλοί απ’ αυτούς δεν έχουν ατομικά να προσφέρουν σε συγκεκριμένους τομείς και θεματικές αλλά γιατί βρίσκονται πιασμένοι σε ένα δίχτυ παρακμής και συνενοχής, γιατί έχουν μείνει στην εξουσία –κάθε είδους, πνευματική, πολιτική, μιντιακή ακόμα και οικονομική– πάρα πολλά χρόνια και είναι ανίκανοι να κάνουν και το παραμικρό βήμα προς τα εμπρός. Αντίθετα δε, με όλους τους αόρατους και αδιόρατους δεσμούς που τους δένουν με το σύστημα της διαφθοράς και της φθοράς, έχουν καταστεί ανίκανοι για οποιαδήποτε θετική κίνηση.
Πώς να υπερβούν οι πολιτικοί, ακόμα και οι καλύτεροι ανάμεσά τους, τους μακροχρόνιους εθισμούς σε ψευδολογία, καρεκλοκενταυρισμό και πελατειακές τακτικές, που τους έχουν δέσει χειροπόδαρα (χαρακτηριστικές είναι οι ελάχιστες στιγμές αλήθειας που βγάζουν κάποιοι από αυτούς τις στιγμές που νιώθουν πως χάνουν την εξουσία, όπως έγινε πρόσφατα με τον Βενιζέλο, αλλά δυστυχώς δεν κρατάνε πολύ).
Πώς να αποφύγουν οι δημοσιογράφοι τον απόλυτο και ασφυκτικό έλεγχο των λούμπεν ιδιοκτητών και αφεντικών τους, που τους έχει μεταβάλλει σε «παπαγαλάκια»; Πώς να μπορέσουν οι διανοούμενοι να επιβιώσουν σε ένα σύστημα μετριοκρατίας, αναξιοκρατίας, αν δεν υποστείλουν και δεν ευνουχίσουν, τουλάχιστον εν μέρει, την κριτική τους σκέψη;
Για όλους αυτούς τους λόγους, και επειδή όλο αυτό το σύστημα που χτίστηκε από τη μεταπολίτευση και μετά έχει κρατήσει πάρα πολλές δεκαετίες, έφθειρε ανεπανόρθωτα και τις ελίτ και διέφθειρε σε μεγάλο βαθμό και το ίδιο το λαϊκό σώμα. Ατέλειωτες ώρες τηλεθέασης, ατελείωτες ώρες πλύσης εγκεφάλου και απονεύρωσης κάθε ουσιαστικού ενδιαφέροντος το μετέβαλαν εν πολλοίς σε άβουλο όργανο στα χέρια πολιτικών και μηντιαρχών, που κινείται μόνο με μια λογική άμεσου συμφέροντος και ξεχνάει τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά του, ακόμα και τις κρυμμένες δυνατότητες του.
Επομένως, μόνον αν υπάρξουν άνθρωποι διατεθειμένοι να προχωρήσουν σε μια επανάσταση ενάντια στο καθεστώς και τις ελίτ του, μπορεί να υπάρξει οποιαδήποτε σωτηρία. Προφανώς, ο αναγνώστης θα θεωρήσει αυτό το κείμενό μου ως έκφραση μιας βαθιάς απογοήτευσης και αδιεξόδου. Εν τούτοις, δεν έχω πάψει να ελπίζω σε εκείνους τους, λίγους ή πολλούς, ανθρώπους που θα αποφασίσουν κάποια στιγμή να σπάσουν σαν τον Γκιούλιβερ τις χιλιάδες κλωστές που τους κρατάνε καθηλωμένους σε μια θανατερή ακινησία και θα αποφασίσουν πως «οι δούλοι και οι ραγιάδες, μόνοι τους θε να σωθούν». Και μία εξέγερση ενάντια στις ελίτ θα έχει τη δυνατότητα, ίσως, να απελευθερώσει από τα αδιόρατα συχνά δεσμά τους και εκείνους τους τίμιους και ικανούς ανθρώπους, που έχουν εγκλωβιστεί μέσα σε αυτές, να απελευθερώσει και τον ίδιο το λαό από την αποχαύνωση που τον απειλεί.
Αλλά προϋπόθεση για όλα αυτά είναι μια μεγάλη και αυθεντική εξέγερση.